Πράξεις των Αποστόλων

ICXCNIKA

User avatar

Administrator

Posts: 6342

Joined: 14 Apr 2008, 11:30

Gender: Male

Post 26 Nov 2009, 17:52

Πράξεις των Αποστόλων

ΠΡΑΞΕΙΣ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ

Αι «Πράξεις των Αποστόλων», όπως εγράψαμεν και εις την εισαγωγήν του τρίτου Ευαγγελίου, είναι έργον του ευαγγελιστού Λουκά. Εγράφησαν μάλιστα απο αυτόν ως συνέχεια του Ευαγγελίου του και είναι αφιερωμέναι εις το ίδιο πρόσωπον, εις τον «κράτιστον», δηλαδή τον εξοχώτατον, Θεόφιλον. Απ’ αρχής δε ομόφωνος η εκκλησιαστική παράδοσις βεβαιώνει ότι το έργον αυτό είναι όντως του ιερού ευαγγελιστού Λουκά. Αλλά και όποιος τας διαβάσει με προσοχήν θα εύρη πολλά χωρία, απο τα οποία διαφαίνεται ότι όντως ο ιερός Λουκάς, συνοδός και συνεργάτης του αποστόλου Παύλου έχει γράψει τας «Πράξεις».

Ο σκοπός, διά τον οποίον ο ιερός Ευαγγελιστής έγραψε τας «Πράξεις», είναι να ιστορήση, ωσάν συνέχειαν του έργου του Κυρίου, την ίδρυσιν και την ζωήν της πρώτης Εκκλησίας, τα έργα των Αποστόλων και ειδικώτερον του αποστόλου των εθνών Παύλου. Όπως δε εις το ιερόν Ευαγγέλιόν του δεν εξιστόρησε λεπτομερώς όλην την ζωήν και δράσιν του Κυρίου, έτσι και εδώ· κάμνει επιλογήν και αναφέρει μερικά απο όσα εδίδαξαν και έπραξαν οι Απόστολοι. Τα διηγείται δε όχι απλώς διά να τα παραδώση εις την ιστορίαν και να μη τα λησμονήσουν οι άνθρωποι, αλλά διά να οικοδομήση και διδάξη τους πιστούς και όλην την ανθρωπότητα ότι όντως η Εκκλησία είναι θείον και αιώνιον καθίδρυμα προς σωτηρίαν των ανθρώπων και ότι οι Απόστολοι, λαβόντες όπως τους είχε προείπει ο Κύριος το Άγιον Πνεύμα, έγιναν οι θεόπνευστοι κήρυκες και θεμελιωταί της νέας θρησκείας εις τον γνωστόν τότε κόσμον. Δι’ αυτό και παρουσιάζει τον απόστολον Παύλον να μεταφέρη και, παρά τας δυσκολίας, να διαδίδη κατά τρόπον θριαμβευτικόν το Ευαγγέλιον εις την Κύπρον, εις την Ασίαν, εις την Μακεδονίαν, εις τας Αθήνας, την πόλιν της σοφίας, εις την Κόρινθον, την πόλιν του πλούτου, εις την Ρώμην, την έδραν των αυτοκρατόρων. Έτσι δε όπως είναι γραμμέναι, αποτελούν και μίαν διαφωτιστικήν εισαγωγήν εις τας επιστολάς του αποστόλου Παύλου. Διότι αναφέρουν πρόσωπα, πόλεις, τόπους, επεισόδια και γεγονότα απο τας περιοδείας του Παύλου εις τας διαφόρους πόλεις, προς τας οποίας έγραψε ο Απόστολος των εθνών επιστολάς, και τα οποία γεγονότα μας κατατοπίζουν και αποσαφηνίζουν πολλά απο τα νοήματα των επιστολών. Χωρίς τας «Πράξεις», πολλά χωρία των θεοπνεύστων επιστολών του αποστόλου Παύλου θα έμεναν ανερμήνευτα και ακατάληπτα.

Ο χρόνος της συγγραφής των Πράξεων δεν είναι ακριβώς γνωστός. Πάντως το βέβαιον είναι ότι αυταί εγράφησαν προ της καταστροφής της Ιερουσαλήμ, δηλαδή προ του 70 μ.Χ. Επειδή δε ο πιστός ακόλουθος του αποστόλου Παύλου δεν κάμνει λόγον εις αυτάς περί του μαρτυρικού θανάτου του μεγάλου Αποστόλου και διδασκάλου του, δικαίως ημπορεί να συμπεράνη κανείς, ότι εγράφησαν ενωρίτερον απο τον μαρτυρικόν θάνατον του Αποστόλου των εθνών, ο οποίος συνέβη ή το 63 ή το 66 μ.Χ. Δεδομένου δε, ότι εις τας «Πράξεις» ομιλεί διά την πρώτην φυλάκισιν του Παύλου, που συνέβη απο το 61-63 μ.Χ., βγαίνει το συμπέρασμα ότι αι «Πράξεις» εγράφησαν μετά το 63 και προ του 67 μ.Χ. Ίσως κατά το 64 μ.Χ., πριν ο Νέρων πυρπολήση την Ρώμην. Ο τόπος εις τον οποίον ο ιερός Ευαγγελιστής έγραψε τας «Πράξεις» δεν είναι γνωστός. Μερικοί λέγουν ως τόπον της συγγραφής την Αντιόχειαν, άλλοι την Ιερουσαλήμ, άλλοι την Έφεσον, την Ρώμην κ.τ.λ.

Πάντως το θεόπνευστον τούτο βιβλίον είναι έργον ανεκτιμήτου αξίας, διότι εξιστορεί το θαύμα της πρώτης χριστιανικής Εκκλησίας και του μεγίστου έργου, το οποίον οι αγράμματοι, οι πτωχοί, οι άσημοι και αδύνατοι Απόστολοι, με τον φωτισμόν και την δύναμιν του Αγίου Πνεύματος, επραγματοποίησαν. Αυτό δε ακριβώς το έργον αποδεικνεύει αληθεστάτην την προφητείαν του Κυρίου, ο οποίος προείπε εις τους μαθητάς του ότι «κηρυχθήσεται τούτο το Ευαγγέλιον της βασιλείας εν όλη τη οικουμένη» και ότι η Εκκλησία με την ιδικήν του θείαν συμπαράστασιν θα θριαμβεύση εναντίον όλων των διωγμών και ότι «πύλαι άδου ου κατισχύσουσιν αυτής» (Ματθ. κδ’ 14, και ις’ 18).
Πᾶς οὖν ὅστις ὁμολογήσει ἐν ἐμοὶ ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων,
ὁμολογήσω κἀγὼ ἐν αὐτῷ ἔμπροσθεν τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς (Ματθ. ι’ 32)

Image
Image

ICXCNIKA

User avatar

Administrator

Posts: 6342

Joined: 14 Apr 2008, 11:30

Gender: Male

Post 28 Nov 2009, 01:59

Re: Πράξεις των Αποστόλων

ΠΡΑΞΕΙΣ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ - ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α’

• Εισαγωγή, 1-5.
• Η ανάληψις του Κυρίου, 6-14.
• Η εκλογή του Ματθίου, 15-26.


1 Εγώ, ώ Θεόφιλε, εις το πρώτον βιβλίον που έγραψα, δηλαδή εις το Ευαγγέλιον, έκαμα λόγον δι’ όλα όσα έπραξε και εδίδαξεν ο Ιησούς απο την αρχήν
2 μέχρι την ημέραν, που ανελήφθη εις τους ουρανούς, αφού προηγουμένως έδωκε, διά μέσου του Αγίου Πνεύματος, εντολάς εις τους Αποστόλους, τους οποίους ο ίδιος είχεν εκλέξει.
3 Εις αυτούς δε και παρουσίασε τον εαυτόν του ζωντανόν, ύστερα απο το σωτήριον πάθος του, και έδωσε πολλάς αποδείξεις, ότι ήτο πράγματι ζωντανός. Επί σαράντα δε ημέρας παρουσιάζετο εις αυτούς και τους εδίδασκε αληθείας περί της βασιλείας του Θεού.
4 Και καθώς συνανεστρέφετο και συνέτρωγε συχνά με αυτούς, τους έδωκε παραγγελίαν· «Να μη απομακρύνεσθε απο την Ιερουσαλήμ, αλλά να περιμένετε την εκπλήρωσιν της υποσχέσεως του Πατρός, την αποστολήν δηλαδή του Αγίου Πνεύματος, διά την οποίαν με έχετε ακούσει να σας ομιλώ.
5 Διότι ο μεν Ιωάννης εβάπτισε με νερό μόνον, χωρίς να μεταδώση αναγέννησιν και πνευματικήν ζωήν. Σείς όμως θα βαπτισθήτε με το Πνεύμα το Άγιον, ύστερα απο ολίγας ημέρας».
6 Έπειτα απο αυτά τα λόγια του Κυρίου ήλθαν όλοι μαζί οι Μαθηταί προς αυτόν και τον ηρώτησαν λέγοντες· «Κύριε, πες μας, εάν εις τον καιρόν τούτον, που διερχόμεθα, πρόκειται να αποκαταστήσης πάλιν ένδοξον την βασιλείαν του Ισραήλ;».
7 Ο Ιησούς όμως τους είπε· «Δεν είναι ιδικόν σας έργον και δικαίωμα να γνωρίσετε τα χρόνια ή τους ωρισμένους καιρούς, τους οποίους ο Πατήρ εκράτησε εις την ιδικήν του εξουσίαν και παγγνωσίαν.
8 Θα λάβετε όμως δύναμιν, όταν έλθει εις σας το Πνεύμα το Άγιον, και τότε θα γίνετε μάρτυρές μου, οι οποίοι θα διδάξετε τα περί εμού εις την Ιερουσαλήμ και εις όλην την Ιουδαίαν και Σαμάρειαν και έως τα πλέον μακρυνά και απομονωμένα σημεία της γης».
9 Και αφού είπεν αυτά, ενώ εκείνοι τον έβλεπαν, υψώθηκε εις τα επάνω και ένα σύννεφον ολόφωτον τον παρέλαβε εκ των κάτω και τον απέκρυψε απο τα μάτια των.
10 Και καθώς εκείνος ανελαμβάνετο και οι Μαθηταί είχαν καρφωμένα τα βλέμματά των εις τον ουρανόν, ιδού εστάθησαν κοντά των ντυμένοι ολόλευκα φορέματα δύο άνδρες, οι οποίοι ήσαν άγγελοι εκ του ουρανού.
11 και είπαν προς αυτούς· «Άνδρες Γαλιλαίοι, διατί εσταθήκατε εδώ με τα μάτια καρφωμένα εις τον ουρανόν; Αυτός ο Ιησούς, ο οποίος προ ολίγου ανελήφθη εκ μέσου υμών εις τον ουρανόν, θα έλθη και πάλιν έτσι, όπως τον είδατε ένδοξον επάνω εις ένα σύννεφον να πηγαίνη προς τον ουρανόν».
12 Τότε οι Μαθηταί επέστρεψαν εις την Ιερουσαλήμ απο το όρος, που ελέγετο Ελαιών και το οποίον είναι πλησίον της Ιερουσαλήμ, εις απόστασιν ενός και κάτι χιλιομέτρου, όσον δηλαδή επετρέπετο εις τους Ισραηλίτας να βαδίσουν κατά την ημέραν του Σαββάτου.
13 Και όταν εισήλθαν εις την πόλιν, ανέβηκαν εις το γνωστόν υπερώον, όπου συνήθως συνηντώντο και παρέμεναν οι μαθηταί, ο Πέτρος και ο Ιάκωβος και ο Ιωάννης και ο Ανδρέας, ο Φίλιππος και ο Θωμάς, ο Βαρθολομαίος και ο Ματθαίος, ο Ιάκωβος ο υιός του Αλφαίου και ο Σίμων ο Ζηλωτής και ο Ιούδας ο υιός του Ιακώβου.
14 Όλοι αυτοί με μιά ψυχή και με μιά καρδιά ακούραστα προσηύχοντο και εδέοντο εις τον Θεόν μαζί και με άλλας ευσεβείς γυναίκας, που είχαν ακολουθήσει τον Κύριον, όπως επίσης μαζί με την Μαρίαν την μητέρα του Ιησού και με αυτούς, που ενομίζοντο αδελφοί του.
15 Και κατά τας ημέρας αυτάς εσηκώθηκε ο Πέτρος εις το μέσον των Μαθητών και είπε· ήσαν δε εκεί συνηθροισμένοι εκατόν είκοσι περίπου πρόσωπα·
16 «Άνδρες αδελφοί, έπρεπε να εκπληρωθή ακριβώς η προφητεία της Γραφής, την οποίαν προείπε το Πνεύμα το Άγιον με το στόμα του Δαυΐδ διά τον Ιούδαν, ο οποίος έγινε οδηγός εκείνων, που συνέλαβαν τον Ιησούν.
17 Η προφητεία λέγει, ότι είχε και αυτός συμπεριληφθή εις τον αριθμόν μας και έλαβεν εκμέρους Θεού ως τιμητικήν δωρεάν, ωσάν θείον λαχνόν, μέρος εις την αποστολικήν αυτήν διακονίαν.
18 Αυτός μεν, λοιπόν, απέκτησε με τα χρήματα της προδοσίας του κάποιο χωράφι. Και όταν εκρεμάσθη, έπεσε πρηνής κάτω εις το χώμα, διερράγη εις το μέσον του σώματός του και εχύθηκαν έξω όλα τα σπλάχνα του.
19 Το φρικτόν αυτό τέλος του Ιούδα, όπως και η αγορά του χωραφιού με τα χρήματα της προδοσίας, έγιναν γνωστά εις όλους τους κατοίκους της Ιερουσαλήμ, ώστε να ονομασθή απο αυτούς, εις την ιδικήν των γλώσσαν, το χωράφι εκείνο Ακελδαμά, δηλαδή χωράφι που έχει αγορασθή με το τίμημα αίματος, του αίματος δηλαδή του Χριστού.
20 Διότι είναι γραμμένο εις το βιβλίον των Ψαλμών: Ας γίνη η αγροτική του οικία έρημη και κανένας ας μη κατοική πλέον εις αυτήν· και το αποστολικόν του αξίωμα ας το πάρη άλλος.
21 Διά να εκπληρωθή και η τελευταία αυτή φράσις της προφητείας, πρέπει να πάρη την θέσιν του Ιούδα μεταξύ των Αποστόλων ένας απο τους άνδρας εκείνους, οι οποίοι ήσαν μαζί μας όλον τον καιρόν, απο τότε που ο Κύριος εισήλθε εις την δημοσίαν δράσιν μέχρι την ημέραν, που έφυγε απο ημάς.
22 Δηλαδή απο την ημέραν της βαπτίσεώς του υπό του Ιωάννου, μέχρι και της ημέρας, που ανελήφθη εις τους ουρανούς. Αυτός δε που θα πάρη τώρα το αποστολικόν αξίωμα πρέπει να γίνη μάρτυς και κήρυξ, μαζί με ημάς, της αναστάσεως του Κυρίου».
23 Και επρότειναν δύο, τον Ιωσήφ, που ελέγετο Βαρσαββάς και έλαβε κατόπιν το επώνυμον Ιούστος, και τον Ματθίαν.
24 Και προσηυχήθησαν οι Μαθηταί και είπαν· «Συ, Κύριε, που γνωρίζεις τας καρδίας όλων, φανέρωσε και ανάδειξε εκείνον που εδιάλεξες, ένα απο τους δύο τούτους,
25 διά να λάβη σαν θείον λαχνόν, το αξίωμα της υπηρεσίας αυτής, δηλαδή το αποστολικόν, απο το οποίον εξέπεσε ο Ιούδας, διά να πορευθή εις τον τόπον της καταδίκης, που του ήρμοζε».
26 Και έβαλαν κλήρους με τα ονόματα των δύο και έπεσε ο κλήρος εις τον Ματθίαν, ο οποίος και κατετάχθη μαζί με τους ένδεκα Αποστόλους.
Πᾶς οὖν ὅστις ὁμολογήσει ἐν ἐμοὶ ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων,
ὁμολογήσω κἀγὼ ἐν αὐτῷ ἔμπροσθεν τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς (Ματθ. ι’ 32)

Image
Image

ICXCNIKA

User avatar

Administrator

Posts: 6342

Joined: 14 Apr 2008, 11:30

Gender: Male

Post 13 Dec 2009, 01:36

Re: Πράξεις των Αποστόλων

ΠΡΑΞΕΙΣ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ - ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β’

• Η επιφοίτησις του Αγίου Πνεύματος, 1-13.
• Το κήρυγμα του Πέτρου, 14-36.
• Επιστροφή τριών χιλιάδων, 37-43.
• Η ζωή των πρώτων Χριστιανών, 44-47.


1 Καθώς δε επροχωρούσε να συμπληρωθή και να κλείση η ημέρα της Πεντηκοστής, η οποία είχε αρχίσει απο την προηγουμένην εσπέραν, ήσαν όλοι οι πιστοί ομόψυχοι, συγκεντρωμένοι εις το ίδιον μέρος.
2 Και έξαφνα ήλθε απο τον ουρανόν ένας ήχος, σαν ισχυρή βοή ανέμου που κινείται με ορμήν, και εγέμισε όλο το σπίτι, μέσα εις το οποίον εκάθηντο οι Μαθηταί.
3 Και παρουσιάσθησαν εις αυτούς γλώσσες σαν απο φλόγες πυρός, να διαμοιράζωνται· και εις τον καθένα απο αυτούς εκάθησε απο μία γλώσσα.
4 Και εγέμισαν όλοι απο Πνεύμα Άγιον και ήρχισαν να ομιλούν ξένας γλώσσας και να κηρύττουν τας υψηλάς αληθείας, όπως το Πνεύμα το Άγιον τους εφώτιζε και τους έδιδε την δύναμιν να ομιλούν.
5 Ευρίσκοντο δε εις την Ιερουσαλήμ κατά την ημέραν εκείνην, άλλοι μεν ως μόνιμοι κάτοικοι, άλλοι δε ως προσωρινοί λόγω της εορτής, άνδρες Ιουδαίοι ευσεβείς απο κάθε έθνος που υπήρχε κάτω απο τον ουρανόν.
6 Όταν δε έγινε η βοή απο τον ουρανόν, εμαζεύτηκε το πλήθος εκεί και όλοι εκυριεύθησαν απο σύγχυσιν και απορίαν, διότι ο καθένας των ήκουε τους Μαθητάς να ομιλούν την ιδικήν του γλώσσαν.
7 Εξεπλήσσοντο δε όλοι και εθαύμαζαν, λέγοντες μεταξύ των· «Τι συμβαίνει; Όλοι αυτοί, που ομιλούν δεν είναι Γαλιλαίοι;
8 Και πώς, ο καθένας απο ημάς, τους ακούομεν να ομιλούν την ιδικήν μας γλώσσαν, την οποίαν εμάθαμεν απο της γεννήσεώς μας;
9 Και είμεθα απο τόσα πολλά έθνη· Πάρθοι και Μήδοι και Ελαμίται και κάτοικοι της Μεσοποταμίας, της Ιουδαίας και της Καππαδοκίας, του Πόντου και της Ασίας,
10 της Φρυγίας και της Παμφυλίας, της Αιγύπτου και των περιοχών της Λιβύης, που είναι πλησίον της Κυρήνης, όπως επίσης και οι παρεπίδημοι Ρωμαίοι, Ιουδαίοι την καταγωγήν και προσήλυτοι απο άλλα έθνη.
11 Ακόμη δε Κρήτες και Άραβες, όλοι όσοι καταγόμεθα απο τα πολλά και διάφορα αυτά μέρη, πώς συμβαίνει να τους ακούωμεν να κηρύττουν τα μεγαλεία του Θεού εις τας ιδικάς μας γλώσσας;».
12 Εξεπλήσσοντο δε όλοι και απορούσαν, λέγοντες ο ένας προς τον άλλον· «Τι τάχα σημαίνει το έκτακτον αυτό γεγονός;».
13 Άλλοι δε περιγελούσαν και έλεγαν· «Έπιαν πολύ και δυνατό κρασί και γι’ αυτό δεν ξέρουν τι λένε».
14 Και τότε ο Πέτρος μαζί με τους ένδεκα εστάθηκε, ώστε να τον βλέπουν όλοι, ύψωσε την φωνήν αυτού και ήρχισε να ομιλή, όπως το Πνεύμα το Άγιον τον εφώτιζε· «Άνδρες Ιουδαίοι και σείς όλοι που κατοικείτε την Ιερουσαλήμ, ας γίνη γνωστόν εις σας αυτό, που θα σας πω και ακούσατε με προσοχήν τα λόγια μου.
15 Δεν είναι ορθόν αυτό που είπατε, διότι αυτοί οι άνθρωποι που ομιλούν ενώπιόν σας ξένας γλώσσας, δεν είναι μεθυσμένοι, όπως σείς νομίζετε· άλλωστε η ώρα είναι τρείς μετά την ανατολήν του ηλίου, που ως γνωστόν και σύμφωνα με την διδασκαλίαν των ραββίνων δεν πίνουν ακόμη κρασί οι άνθρωποι.
16 Αλλά αυτό, που βλέπετε, είναι εκπλήρωσις εκείνου που ελέχθη απο τον προφήτην Ιωήλ, ο οποίος και προείπε:
17 Και κατά τις τελευταίες εκείνες ημέρες, που θα επακολουθήσουν την έλευσιν του Μεσσίου, θα χύσω - λέγει ο Θεός - απο τας δωρεάς και τα χαρίσματα του Πνεύματός μου εις κάθε άνθρωπον· και θα προφητεύσουν οι υιοί σας και αι θυγατέρες σας· οι δε νέοι σας θα ίδουν αποκαλυπτικά οράματα και οι γέροντές σας θα λάβουν θεία και αποκαλυπτικά όνειρα.
18 Ακόμη δε εις τους δούλους μου και εις τας δούλας μου θα χορηγήσω κατά τις ημέρες εκείνες απο τα χαρίσματα του Πνεύματός μου και θα προφητεύσουν.
19 Και θα δώσω θαύματα επάνω εις τον ουρανόν και σημεία εις την γην κάτω, που θα μαρτυρούν την θείαν μου δύναμιν· αιματοχυσίας και πυρκαϊάς και σύννεφα καπνού, που θα ανεβαίνουν απο τας καιομένας πόλεις σας.
20 Ο ήλιος απο φωτεινός που είναι, θα αλλάξη και θα γίνη σκοτάδι· το φεγγάρι θα φαίνεται σαν αίμα, πριν έλθη η ημέρα του Κυρίου η μεγάλη και περίβλεπτος.
21 Και τότε καθένας, που με πίστιν θα επικαλεσθή το όνομα του Κυρίου θα σωθή.
22 Άνδρες Ισραηλίται, ακούστε με προσοχήν τους λόγους αυτούς, που θα σας πω: Τον Ιησούν τον Ναζωραίον, ο οποίος απεδείχθη και εμαρτυρήθη εις σας απο τον ίδιον τον Θεόν με υπερφυσικάς δυνάμεις και καταπληκτικά θαύματα και υπερφυσικά σημεία, που δι’ αυτού έκαμε ανάμεσα εις όλους σας ο Θεός, όπως άλλωστε και σείς οι ίδιοι καλά γνωρίζετε,
23 αυτόν τον Ιησούν, ο οποίος σύμφωνα με την ωρισμένην θέλησιν και πρόγνωσιν του Θεού σας παρεδόθη απο τον προδότην, αφού τον επιάσατε, τον εσταυρώσατε και τον εφονεύσατε με τα χέρια των Ρωμαίων στρατιωτών, οι οποίοι, σαν εθνικοί που είναι, δεν έχουν και δεν γνωρίζουν τον νόμον του Θεού.
24 Αυτόν ο Θεός τον ανέστησε εκ νεκρών και κατέλυσε τας φοβεράς θλίψεις του θανάτου, διότι δεν ήτο δυνατόν να κρατήται αυτός απο τον θάνατον.
25 Επειδή και ο Δαυΐδ λέγει διά λογαριασμόν αυτού: εγώ ο Μεσσίας έβλεπα εμπρός μου τον Κύριον διαρκώς, ότι είναι εις τα δεξιά μου, έτοιμος και ισχυρός να με προστατεύση, διά να μη κλονισθώ απο το φρικτόν μαρτύριον και τον σκληρόν θάνατον.
26 Διά τούτο ακριβώς ευφράνθηκε η καρδιά μου και η γλώσσα μου εξεδήλωσε την αγαλλίασίν μου, ακόμη δε και το σώμα μου θα αναπαυθή κατά την ώραν του θανάτου και θα κατοικήση εις τον τάφον με βεβαίαν την ελπίδα ότι συντομώτατα θα αναστηθή.
27 Διότι συ, ουράνιε Πάτερ, δεν θα εγκαταλείψης την ψυχήν μου εις τον Άδην και δεν θα επιτρέψης ο αφωσιωμένος εις σε άγιος Μεσσίας να ίδη το σώμα του φθειρόμενον εις την αποσύνθεσιν του τάφου.
28 Συ έκαμες εις εμέ γνωστούς τους πνευματικούς δρόμους, που οδηγούν εις την πνευματικήν ζωήν· θα με γεμίσης με ευφροσύνην, όταν θα με αξιώσης και ως άνθρωπος να απολαμβάνω την δόξαν του προσώπου σου.
29 Άνδρες αδελφοί, είναι επιτετραμμένον να σας πω με όλον το θάρρος διά τον πατριάρχην Δαυΐδ ότι και απέθανε και ετάφη και το μνημείον του ευρίσκεται εδώ μεταξύ μας μέχρι της ημέρας αυτής. (Άρα η πάρα πάνω προφητεία του δεν αναφέρεται εις αυτόν).
30 Αλλά ο προφήτης πραγματικός υπάρχων ο Δαυΐδ και γνωρίζων πολύ καλά, ότι ο Θεός του είχε υποσχεθεί με όρκον, πως απο απόγονον των σπλάγχνων του, δηλαδή απο την Παρθένον Μαρίαν, επρόκειτο να αναστήση τον Χριστόν, κατά το ανθρώπινον, και να τον καθίση εις τον θρόνον ως βασιλέα αιώνιον,
31 προείδε και ελάλησε διά την ανάστασιν του Χριστού, ότι δεν εγκατελείφθη η ψυχή του εις τον Άδην ούτε το σώμα του είδε την φθοράν και την αποσύνθεσιν του θανάτου.
32 Αυτόν τον Ιησούν τον ανέστησε πράγματι ο Θεός και αυτού του μεγάλου γεγονότος είμεθα ημείς μάρτυρες.
33 Αφού, λοιπόν, με την παντοδύναμον δεξιάν του Θεού ανεστήθη εκ των νεκρών και υψώθηκε εις τους ουρανούς και έλαβεν απο τον Πατέρα το Άγιον Πνεύμα, που είχε υποσχεθή και εις ημάς, το έστειλε με τας πλουσίας του δωρεάς και ενεργείας εις ημάς, πράγμα το οποίον σείς σήμερα και βλέπετε και ακούετε.
34 Αλλά και περί της αναλήψεως του Μεσσίου εις τους ουρανούς επροφήτευσε ο Δαυΐδ, διότι δεν ανέβηκε ο Δαυΐδ εις τους ουρανούς, εν τούτοις όμως λέγει ο ίδιος: Είπεν ο Κύριος και Θεός εις τον Μεσσίαν, που είναι απόγονός μου κατά το ανθρώπινον, αλλά Κύριός μου ως Θεός, ίσος με τον Πατέρα, κάθισε εις τα δεξιά μου,
35 έως ότου βάλω κάτω απο τα πόδια σου νικημένους τους εχθρούς σου.
36 Ας γνωρίζη, λοιπόν, με κάθε βεβαιότητα όλη η φυλή του Ισραήλ, ότι αυτόν τον Ιησούν, τον οποίον σείς εσταυρώσατε, ο Θεός τον ανέδειξε Κύριον και Χριστόν».
37 Αφού δε ήκουσαν τα θεόπνευστα αυτά λόγια, κατελήφθησαν απο λύπην και κατάνυξιν καρδίας διά την βαρείαν ενοχήν των και είπαν προς τον Πέτρον και τους άλλους Αποστόλους· «Τι να κάμωμεν, άνδρες αδελφοί;».
38 Είπε δε προς αυτούς ο Πέτρος· «Μετανοήσατε και ας βαπτισθή ο καθένας σας εις το όνομα του Ιησού Χριστού διά την άφεσιν των αμαρτιών σας· και θα λάβετε και σείς την δωρεάν του Αγίου Πνεύματος.
39 Διότι η υπόσχεσις, που εδόθη διά του προφήτου Ιωήλ περί των δωρεών του Αγίου Πνεύματος, είναι και διά σας και διά τα παιδιά σας και δι’ όλους, που ευρίσκονται μακράν απο τον Θεόν εις την πλάνην της ειδωλολατρίας και τους οποίους θα προσκαλέση ο Κύριος και Θεός μας εις την νέαν πίστιν».
40 Και με άλλους περισσοτέρους λόγους, κατά ένα τρόπον ζωηρόν και έντονον, εκήρυττε και εμαρτυρούσε ο Πέτρος την περί του Χριστού αλήθειαν και τους παρακινούσε να μετανοήσουν και πιστεύσουν λέγων· «Σωθήτε απο την πονηράν και διεστραμμένην αυτήν γενεάν, που βαδίζει προς την φοβεράν τιμωρίαν και καταστροφήν».
41 Και αυτοί, τότε, εδέχθησαν με χαράν την διδασκαλίαν του Πέτρου, εβαπτίσθησαν και προσετέθησαν εις την Εκκλησίαν του Χριστού κατά την ημέραν εκείνην τρείς περίπου χιλιάδες ψυχές.
42 Με επιμονήν δε και ζήλον μεγάλον ήκουαν την διδασκαλίαν των Αποστόλων, επικοινωνούσαν με αγάπη μεταξύ των, μετελάμβαναν εις το μυστήριον της θείας Ευχαριστίας και προσηύχοντο.
43 Έπεσε δε φόβος μεγάλος εις κάθε ψυχήν και εις αυτούς που δεν επίστευαν και προηγουμένως περιγελούσαν τους Μαθητάς, διότι πολλά καταπληκτικά θαύματα και υπερφυσικά σημεία εγίνοντο διά των Αποστόλων.
44 Όλοι δε αυτοί που είχαν πιστεύσει ευρίσκοντο εις συνεχή επικοινωνίαν και ενότητα μεταξύ των και είχαν τα πάντα κοινά.
45 Επωλούσαν δε τα κτήματα και τα άλλα υπάρχοντά των και τα εισπραττόμενα χρήματα εμοίραζαν εις τους πτωχούς αδελφούς, ανάλογα με τας ανάγκας που είχε ο καθένας απο αυτούς.
46 Κάθε δε ημέραν ήρχοντο με ζήλον και με μίαν ψυχήν όλοι εις τον ναόν, και αφού έκοπταν το ψωμί, ιδιαιτέρως εις τα σπίτια, μετείχαν εις την τροφήν που παρετίθετο και έτρωγαν με αγαλλίασιν και απλότητα καρδίας
47 δοξολογούντες τον Θεόν και έχοντες την εκτίμησιν και εύνοιαν όλου του λαού. Ο δε Κύριος προσέθετε κάθε ημέραν και άλλους πιστούς εις την Εκκλησίαν.
Πᾶς οὖν ὅστις ὁμολογήσει ἐν ἐμοὶ ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων,
ὁμολογήσω κἀγὼ ἐν αὐτῷ ἔμπροσθεν τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς (Ματθ. ι’ 32)

Image
Image

ICXCNIKA

User avatar

Administrator

Posts: 6342

Joined: 14 Apr 2008, 11:30

Gender: Male

Post 18 Dec 2009, 15:40

Re: Πράξεις των Αποστόλων

ΠΡΑΞΕΙΣ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ - ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ’

• Η θεραπεία του χωλού, 1-11.
• Το νέον κήρυγμα του Πέτρου, 12-18.
• Κλήσις εις μετάνοιαν, 19-26.


1 Ο Πέτρος δε και ο Ιωάννης ανέβαιναν μαζί εις τον ναόν μίαν απο τας ημέρας εκείνας, κατά την τρίτην απογευματινήν, που ήτο ώρα προσευχής.
2 Και έφεραν, κατά την ώραν εκείνην, εις τα χέρια, ένα άνθρωπον εκ γενετής χωλόν, τον οποίον κάθε ημέραν έβαζαν εις την θύραν της αυλής του ναού, η οποία ελέγετο ωραία, διά να ζητή ελεημοσύνην απο εκείνους, που εισήρχοντο εις τον ναόν.
3 Αυτός, όταν είδε τον Πέτρον και τον Ιωάννην να προχωρούν, διά να εισέλθουν εις τον ναόν, τους παρεκάλεσε να τον ελεήσουν.
4 Τον εκύτταξε κατάματα ο Πέτρος μαζί με τον Ιωάννην και είπε· «Κύτταξέ μας».
5 Εκείνος δε τους εκύτταξε με πολύ ενδιαφέρον και προσοχήν, περιμένων κάτι να λάβη απο αυτούς.
6 Είπε δε ο Πέτρος· «Αργυρά και χρυσά νομίσματα δεν έχω. Εκείνο δε που έχω, αυτό και σου δίδω, εν τω ονόματι Ιησού Χριστού του Ναζωραίου, σήκω όρθιος και περιπάτει ελεύθερα».
7 Και αφού τον έπιασε απο το δεξί χέρι τον εσήκωσε. Αμέσως δε εστερεώθησαν τα πέλματα αυτού και οι αστράγαλοι
8 και γεμάτος χαράν εσηκώθηκε με πήδημα, εστάθηκε όρθιος και περιπατούσε χωρίς καμμίαν δυσκολίαν. Εμπήκε δε μαζί με αυτούς εις την αυλήν του ναού, ελεύθερα περιπατών και πηδών και δοξάζων τον Θεόν διά την θεραπείαν του.
9 Όλος δε ο λαός τον είδε να περιπατή εντελώς υγιής και να δοξάζη τον Θεόν.
10 Εγνώριζαν δε πολύ καλά αυτόν και ήσαν απολύτως βέβαιοι ότι αυτός ήτο εκείνος, που εκάθητο εις την ωραίαν πύλην της αυλής του ναού, διά να ζητή ελεημοσύνην. Και εγέμισαν απο θάμβος και κατάπληξιν εμπρός εις το μεγάλο αυτό γεγονός.
11 Ενώ δε ο θεραπευθείς χωλός ακολουθούσε κατά πόδας τον Πέτρον και τον Ιωάννην και δεν εχωρίζετο καθόλου απο αυτούς, έτρεξε προς αυτούς όλος ο λαός μαζί με πολύν θαυμασμόν και έκπληξιν εις το υπόστεγον, που ωνομάζετο στοά του Σολομώντος.
12 Όταν δε είδε ο Πέτρος τον λαόν, έλαβε τον λόγον και είπε· «Άνδρες Ισραηλίται, τι θαυμάζετε, διά το γεγονός αυτό, ή διατί έχετε καρφώσει τα μάτια σας εις ημάς, ως εάν ημείς με την ιδικήν μας δύναμιν ή ευσέβειαν εκάμαμε αυτόν να περιπατή;
13 Ο Θεός του Αβραάμ και του Ισαάκ και του Ιακώβ, ο Θεός των προγόνων μας, εδόξασε τον παίδα αυτού Ιησούν, ο οποίος με την ενανθρώπησίν του έγινε κατά πάντα υπάκουος εις τον Πατέρα του, διά την σωτηρίαν των ανθρώπων. Σείς όμως τον παρεδώκατε εις τον σταυρικόν θάνατον και τον αρνηθήκατε εμπρός εις τον Πιλάτον, όταν εκείνος έκρινε ότι έπρεπε να τον απολύση.
14 Σείς όμως αντιθέτως προς τον Πιλάτον αρνηθήκατε τον απολύτως άγιον και δίκαιον, τον Ιησούν, και εζητήσατε να σας χαρισθή ένας φονιάς.
15 Αυτόν δε, ο οποίος είναι αρχηγός και χορηγός της ζωής, τον εφονεύσατε. Ο Θεός όμως τον ανέστησε εκ νεκρών και του γεγονότος αυτού ημείς οι Απόστολοί του είμεθα οι αυτόπται μάρτυρες.
16 Και αυτή η πίστις μας εις το όνομα αυτού εστερέωσε εις τα πόδια του τούτον τον άνθρωπον, τον οποίον βλέπετε υγιή και εγνωρίζατε καλά ότι ήτο προηγουμένως χωλός. Η πίστις, η οποία προέρχεται απο αυτόν και αναφέρεται εις αυτόν, έδωσε εις τον τέως χωλόν πλήρη και τελείαν την θεραπείαν εμπρός εις τα μάτια όλων.
17 Τώρα δε, αδελφοί, προσέξατε αυτά, που θα σας πω. Γνωρίζω ότι εξ αγνοίας επράξατε σείς, όπως και οι άρχοντές σας, το μεγάλο αυτό έγκλημα της σταυρώσεως του αθώου.
18 Ο Θεός όμως με την σταυρικήν θυσίαν του Υιού του επραγματοποίησε όσα είχε προαναγγείλει με το στόμα όλων των Προφητών του διά το σωτήριον πάθος του Χριστού.
19 Μετανοήσατε, λοιπόν, και γυρίσατε πλησίον εις τον Θεόν· πιστεύσατε εις τον Χριστόν, διά να εξαλειφθούν αι αμαρτίαι σας.
20 Και διά να έλθουν εις σας εκ μέρους του Κυρίου καιροί λυτρώσεως και αναψυχής και να αποστείλη εις σας λυτρωτήν τον Ιησούν Χριστόν, τον οποίον προ πάντων των αιώνων είχε προορίσει και ως ιδικόν σας Μεσσίαν.
21 Αυτόν, σύμφωνα με τας προφητείας, πρέπει να τον υποδεχθή και να τον έχη εκεί εν μέσω του πνευματικού κόσμου ένδοξον ο ουρανός, έως ότου έλθουν οι προκαθωρισμένοι χρόνοι διά την αποκατάστασιν και ανακαίνισιν του σύμπαντος, διά τους οποίους χρόνους έχει ομιλήσει ο Θεός με το στόμα όλων των διά μέσου των αιώνων αγίων Προφητών του.
22 Διότι ο μεν Μωϋσής είπε εις τους προγόνους σας, ότι Προφήτην ωσάν εμέ, νομοθέτην και μεσίτην, θα αναδείξη εις σας Κύριος ο Θεός σας απο τους αδελφούς σας. Αυτόν έχετε καθήκον να υπακούετε εις όλα όσα θα σας διδάξη.
23 Κάθε δε ψυχή, η οποία δεν θα υπακούση εις τον Προφήτην εκείνον, θα εξολοθρευθή ανάμεσα απο τον λαόν.
24 Και όλοι οι Προφήται απο τον Σαμουήλ και έπειτα, όσοι εκήρυξαν προς τους προγόνους σας, προανήγγειλαν αυτάς τας ημέρας που ζώμεν σήμερα.
25 Σείς είσθε οι απόγονοι των Προφητών και οι κληρονόμοι της διαθήκης, την οποίαν ο Θεός έκαμε με τους πατέρας σας λέγων προς τον Αβραάμ: Διά του Μεσσίου, ο οποίος κατά σάρκα θα είναι ιδικός σου απόγονος, θα ευλογηθούν όλαι αι φυλαί της γης.
26 Εις σας πρώτον ο Θεός, αφού ανέστησε τον παίδα του τον Ιησούν, και τον απέδειξε ως Μεσσίαν, τον έστειλε να σας ευλογή, όταν θα μετανοήσετε διά τας αμαρτίας σας και ο καθένας σας θα ξεκόβη απο τας πονηρίας σας».
Πᾶς οὖν ὅστις ὁμολογήσει ἐν ἐμοὶ ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων,
ὁμολογήσω κἀγὼ ἐν αὐτῷ ἔμπροσθεν τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς (Ματθ. ι’ 32)

Image
Image

ICXCNIKA

User avatar

Administrator

Posts: 6342

Joined: 14 Apr 2008, 11:30

Gender: Male

Post 27 Feb 2010, 15:05

Re: Πράξεις των Αποστόλων

ΠΡΑΞΕΙΣ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ - ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ’

• Πέτρος και Ιωάννης ενώπιον του Συνεδρίου, 1-23.
• Η προσευχή της Εκκλησίας, 24-31.
• Ενότης και φιλανθρωπία των πιστών, 32-37.


1 Καθ’ ον δε χρόνον ωμιλούσαν οι δύο Απόστολοι εις τον λαόν, ώρμησαν ξαφνικά εις αυτούς οι ιερείς και ο αξιωματικός ιερεύς, ο στρατηγός, που ήτο επί κεφαλής της φρουράς του ναού και οι Σαδδουκαίοι,
2 στενοχωρούμενοι και αγανακτούντες επειδή οι Απόστολοι εδίδασκαν τον λαόν και εκήρυτταν την ανάστασιν των νεκρών διά του Ιησού Χριστού.
3 Και άπλωσαν επάνω εις αυτούς τα χέρια των, τους έπιασαν και τους έβαλαν υπό επιτήρησιν εις την φυλακήν, διά να τους δικάσουν την επομένην ημέραν. Διότι ήτο πλέον εσπέρα και δεν επετρέπετο να γίνη δίκη κατά την νύκτα.
4 Όμως πολλοί απο όσους ήκουσαν το κήρυγμα του Πέτρου επίστευσαν και έτσι ο αριθμός των πιστών έγινε περίπου πέντε χιλιάδες, εκτός απο τας γυναίκας και τα παιδιά.
5 Κατά την επομένην ημέραν συνεκεντρώθησαν οι άρχοντες των Ιουδαίων και οι πρεσβύτεροι και οι γραμματείς, που κατοικούσαν εις την Ιερουσαλήμ,
6 όπως επίσης και ο Άννας ο αρχιερεύς και ο Καϊάφας και ο Ιωάννης και ο Αλέξανδρος και όσοι κατήγοντο απο οικογένειαν αρχιερατικήν.
7 Αφού, λοιπόν, έβαλαν τους Αποστόλους να σταθούν όρθιοι εις το μέσον, τους ανέκριναν και τους ερωτούσαν· «Με ποίαν δύναμιν ή διά μέσου ποίου ονόματος εκάματε σείς τούτο, δηλαδή την θεραπείαν του χωλού;».
8 Τότε ο Πέτρος, αφού εγέμισε και εφωτίσθη απο το Πνεύμα το Άγιον, τους είπε· «Άρχοντες του λαού και πρεσβύτεροι του ισραηλιτικού έθνους,
9 εάν ημείς σήμερα ανακρινώμεθα διά την ευεργεσίαν, που εκάμαμεν εις τον άνθρωπον αυτόν, και ειδικώτερον διά μέσου τίνος έχει αυτός σωθή και θεραπευθή απο την ασθένειάν του,
10 ας γίνη γνωστόν εις όλους σας και εις όλον τον ισραηλιτικόν λαόν, ότι ο τέως χωλός εθεραπεύθη και στέκεται τώρα ενώπιόν σας υγιής με την επίκλησιν του ονόματος του Ιησού Χριστού του Ναζωραίου, τον οποίον σείς μεν εσταυρώσατε, ο δε Θεός ανέστησε εκ νεκρών.
11 Αυτός είναι ο λίθος, τον οποίον σείς, οι πρωτοστατούντες εις την πνευματικήν οικοδομήν του Ισραήλ, τον επεριφρονήσατε ως άχρηστον και ο οποίος εν τούτοις έγινε θεμελιακό αγκωνάρι εις την νέαν πνευματικήν οικοδομήν Ισραηλιτών και ειδωλολατρών.
12 Και δεν είναι δυνατόν με κανένα άλλο πρόσωπον και τρόπον να επιτύχωμεν την σωτηρίαν, διότι δεν υπάρχει κανένα άλλο όνομα κάτω απο τον ουρανόν και εις όλην την γην, που να έχη δοθή εκ μέρους του Θεού εις τους ανθρώπους, διά του οποίου, σύμφωνα με την βουλήν του Θεού, έχει ορισθή να σωθώμεν όλοι μας».
13 Εκείνοι βλέποντες το θάρρος του Πέτρου και του Ιωάννου και έχοντες υπ’ όψιν των, ότι ήσαν αγράμματοι άνθρωποι του λαού, κατελαμβάνοντο απο θαυμασμόν διά την σοφίαν και την δύναμιν του λόγου των και συγχρόνως ανεγνώριζαν και παρεδέχοντο ότι αυτοί ήσαν μαζί με τον Ιησούν.
14 Βλέποντες δε θεραπευμένον τον τέως χωλόν να στέκεται μαζί με αυτούς, δεν είχαν και δεν εύρισκαν να αντείπουν τίποτε.
15 Αφού δε τους διέταξαν να βγουν έξω απο την αίθουσαν του συνεδρίου, ήρχισαν να συζητούν μεταξύ των και να ανταλλάσσουν τας σκέψεις των
16 λέγοντες· «Τι να κάμωμεν με αυτούς τους ανθρώπους; Διότι, ότι μεν βέβαια έγινε απο αυτούς θαύμα γνωστόν και αναντίρρητον, είναι πλέον φανερόν εις όλους τους κατοίκους της Ιερουσαλήμ, και δεν ημπορούμεν να το αρνηθούμε.
17 Διά να μη διαδοθή όμως περισσότερον μεταξύ του λαού το θαύμα, ας τους απειλήσωμεν με μεγάλας τιμωρίας, ώστε να μη ομιλούν εις κανέναν πλέον των ανθρώπων διά το όνομά του, δηλαδή διά τον Χριστόν».
18 Και αφού τους εκάλεσαν πάλιν εις την αίθουσαν, τους έδωσαν την εντολήν να μη κηρύττουν πλέον και να μη διδάσκουν πίστιν εις το όνομα του Ιησού Χριστού.
19 Αλλά ο Πέτρος και ο Ιωάννης απεκρίθησαν προς αυτούς και είπαν· «Εάν είναι ορθόν και δίκαιον ενώπιον του Θεού, να υπακούωμεν περισσότερον εις σας παρά εις τον Θεόν, σκεφθήτε και κρίνετε μόνοι σας.
20 Διότι ημείς δεν ημπορούμεν να μη κηρύττωμεν αυτά που είδαμε και ακούσαμε».
21 Εκείνοι όμως, αφού διετύπωσαν και νέας απειλάς, τους απέλυσαν, αφ’ ενός μεν διότι δεν εύρισκαν τίποτε το ένοχον, διά να τους τιμωρήσουν, αφ’ ετέρου δε εξ αιτίας του λαού, διότι όλοι εδόξαζαν τον Θεόν, διά το θαυμαστόν αυτό γεγονός της θεραπείας του χωλού.
22 Εδικαιολογείτο δε ο θαυμασμός του λαού, διότι ο εκ γενετής χωλός, εις τον οποίον έγινε το θαύμα της θεραπείας, ήτο σαράντα ετών και πλέον.
23 Όταν δε οι Απόστολοι απελύθησαν, ήλθαν εις τους άλλους πιστούς, με τους οποίους στενώτατα, ως αδελφοί της αυτής πνευματικής οικογενείας, συνεδέοντο και τους ανήγγειλαν όσα οι αρχιερείς και οι πρεσβύτεροι είχαν είπει εις αυτούς.
24 Εκείνοι δε, όταν ήκουσαν, με μιά ψυχή και με μιά καρδιά ύψωσαν φωνήν προς τον Θεόν και είπαν· «Δέσποτα, συ, ο οποίος έκαμες τον ουρανόν και την γην και την θάλασσαν και όλα όσα υπάρχουν εις αυτά,
25 συ, που με το στόμα του δούλου σου Δαυΐδ είπες: Διατί εφρύαξαν τα έθνη οι δε λαοί κατέστρωσαν καλομελετημένα, μάταια όμως και ανωφελή, πονηρά σχέδια;
26 Παρετάχθησαν εις πολεμικήν παράταξιν οι βασιλείς της γης και εμαζεύθηκαν εις τον ίδιον τόπον όλοι οι άρχοντες εναντίον Κυρίου του Θεού και εναντίον του Μεσσίου, τον οποίον ο Θεός έχρισε βασιλέα, προφήτην και αρχιερέα.
27 Διότι, πράγματι, Κύριε, εμαζεύτηκαν όλοι αυτοί εναντίον του αγίου παιδός σου Ιησού, τον οποίον συ έστειλες και έχρισες Σωτήρα, ο Ηρώδης και ο Πόντιος Πιλάτος μαζί με τα ειδωλολατρικά έθνη και με τας φυλάς του Ισραήλ,
28 διά να πράξουν όχι όλα όσα αυτοί εν τη πονηρία των ήθελαν, αλλά όσα η παντοδύναμος δεξιά σου και η πάνσοφος ιδική σου θέλησις είχε προορίσει να γίνουν.
29 Και τώρα, Κύριε, ρίξε το βλέμμα σου εις τας απειλάς των, με τας οποίας μας φοβερίζουν και δώσε εις τους δούλους σου δύναμιν και φωτισμόν να λαλούν με κάθε παρρησίαν και να κηρύττουν το θέλημά σου,
30 καθ’ ον χρόνον συ θα απλώνης το χέρι σου εις θαυματουργικήν θεραπείαν και θα γίνωνται με την επίκλησιν του ονόματος του αγίου παιδός σου Ιησού καταπληκτικά και αποδεικτικά σημεία και θαύματα».
31 Και όταν αυτοί έτσι παρεκάλεσαν τον Θεόν, εσείσθη ο τόπος, εις τον οποίον ήσαν συγκεντρωμένοι, και έλαβαν πλουσίως όλοι Άγιον Πνεύμα, διεποτίσθησαν απο αυτό και εκήρυτταν τον λόγον του Θεού με θάρρος.
32 Όλο δε εκείνο το πλήθος των πιστών είχε μιά καρδιά και μιά ψυχή, ώστε να αποτελούν μίαν αρμονικήν και πνευματικήν κοινωνίαν· και κανείς δεν έλεγεν ότι και το ελάχιστον απο τα υπάρχοντά του είναι ιδικόν του, αλλά ήσαν τα πάντα εις αυτούς κοινά και διετίθεντο διά την εξυπηρέτησιν όλων.
33 Και με μεγάλην δύναμιν και ως καθήκον ιερόν και μέγα προσέφεραν οι Απόστολοι την μαρτυρίαν των διά την ανάστασιν του Κυρίου Ιησού. Μεγάλη δε χάρις Θεού ήτο εις όλους τους πιστούς.
34 Απόδειξις δε τούτου ήτο ότι δεν υπήρχε μεταξύ αυτών, κανένας που να στερήται, διότι όσοι ήσαν ιδιοκτήται χωραφιών ή σπιτιών τα επωλούσαν και έφερναν το αντίτιμον των πωλουμένων και το έθεταν με ευλάβειαν πολλήν κατά γης, κοντά εις τα πόδια των Αποστόλων.
35 Εμοιράζετο δε κατόπιν αυτό το χρήμα εις τον καθένα ανάλογα με την ανάγκην που είχε.
36 Ο Ιωσής δε, ο οποίος ωνομάσθηκε απο τους Αποστόλους Βαρνάβας, που σημαίνει εις την ελληνικήν υιός παρηγορίας και ενισχύσεως και ο οποίος ήτο Λευΐτης γεννηθείς εις την Κύπρον,
37 είχε ένα αγρόν. Και αφού τον επώλησε, έφερε τα χρήματα και τα έθεσεν εμπρός εις τα πόδια των Αποστόλων.
Πᾶς οὖν ὅστις ὁμολογήσει ἐν ἐμοὶ ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων,
ὁμολογήσω κἀγὼ ἐν αὐτῷ ἔμπροσθεν τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς (Ματθ. ι’ 32)

Image
Image

ICXCNIKA

User avatar

Administrator

Posts: 6342

Joined: 14 Apr 2008, 11:30

Gender: Male

Post 30 Mar 2010, 18:07

Re: Πράξεις των Αποστόλων

ΠΡΑΞΕΙΣ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ - ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε’

• Το ψεύδος και η τιμωρία του Ανανίου και της Σαπφείρης, 1-11.
• Θαύματα των Αποστόλων, 12-16.
• Φυλάκισις Πέτρου και Ιωάννου και η διά θαύματος απελευθέρωσίς των, 17-28.
• Απολογία των προ του συνεδρίου και μαστίγωσις αυτών, 29-42.


1 Ένας άνθρωπος, Ανανίας ονόματι, μαζί με την γυναίκα του την Σαπφείραν επώλησε το κτήμα του
2 και εξεχώρισε και εκράτησε διά τον εαυτόν του ένα μέρος απο τα εισπραχθέντα χρήματα, με γνώσιν και συγκατάθεσιν της γυναικός του, εν αγνοία των Αποστόλων. Και αφού έφερε το υπόλοιπον μέρος των χρημάτων, το έθεσε εις τους πόδας των Αποστόλων.
3 Είπε δε ο Πέτρος· «Ανανία, διατί αφήκες τον Σατανάν να γεμίση με πονηρίαν την καρδίαν σου, ώστε να πης ψέματα και να θελήσης να απατήσης το Πνεύμα το Άγιον και να κρατήσης δολίως διά τον εαυτόν σου ένα μέρος απο το αντίτιμον του χωραφιού;
4 Πριν πωληθή το χωράφι δεν έμενε ιδικόν σου και αφού επωλήθη, δεν ήτο το αντίτιμόν του εις την εξουσίαν σου να το κρατήσης ή να το δώσης; Διατί έβαλες εις την καρδίαν σου αυτήν την πονηράν πράξιν, να εξαπατήσης την Εκκλησίαν και να φανής, ότι απο χριστιανικήν τάχα αγάπην προσφέρεις τα πάντα εις τους πιστούς; Δεν είπες ψέματα εις ανθρώπους, αλλά εις το Άγιον Πνεύμα, εις τον Θεόν».
5 Ενώ δε ήκουε τους λόγους αυτούς ο Ανανίας και σχεδόν πριν τελειώση ο Πέτρος, έπεσε καταγής και εξεψύχησε. Και έπεσε μεγάλος φόβος εις όλους εκείνους που ήκουαν αυτά.
6 Οι νεότεροι δε εσηκώθησαν αμέσως, περιετύλιξαν το νεκρό σώμα του Ανανίου με νεκρικά σάβανα, το μετέφεραν έξω απο την πόλιν και το έθαψαν.
7 Ύστερον δε απο διάστημα τριών περίπου ωρών η σύζυγος του Ανανίου, η οποία δεν είχε ακόμη πληροφορηθή το γεγονός αυτό, ήλθεν εις τον τόπον της συγκεντρώσεως των πιστών.
8 Την ηρώτησε δε ο Πέτρος· «Πες μου, πράγματι αντί τόσου ποσού επωλήσατε το χωράφι;». Εκείνη δε είπε· «Ναι, αντί τόσου».
9 Ο δε Πέτρος της είπε τότε· «Διατί εσυμφωνήσατε συ και ο σύζυγός σου να πειράξετε με την ψευδολογίαν και απάτην το Πνεύμα του Κυρίου; Ιδού, τα πόδια εκείνων, που έθαψαν τον άνδρα σου είναι τώρα εις την θύραν και θα μεταφέρουν και σε έξω απο την πόλιν, διά να σε θάψουν».
10 Έπεσε δε και αυτή αμέσως κοντά εις τα πόδια του Πέτρου και εξεψύχησε. Όταν δε εισήλθαν οι νέοι, ευρήκαν και αυτήν νεκράν. Και αφού την έβγαλαν έξω απο την πόλιν, την έθαψαν κοντά εις τον σύζυγόν της.
11 Και έπεσε μεγάλος φόβος εις όλην την Εκκλησίαν και εις όλους όσοι επληροφορούντο τα φοβερά αυτά γεγονότα.
12 Με τα χέρια δε των Αποστόλων εγίνοντο πολλά και μεγάλα θαύματα, που επιμαρτυρούσαν την αλήθειαν του κηρύγματός των και επροκαλούσαν κατάπληξιν εις τον λαόν. Και ήσαν όλοι με μιά καρδιά και με μιά γνώμη εις την στοάν του Σολομώντος.
13 Απο δε τους άλλους, που δεν είχαν πιστεύσει, κανείς δεν ετολμούσε να τους πλησιάση και να ανακατευθή με θάρρος μαζί των, αλλά ο λαός τους ετιμούσε και τους εδόξαζε.
14 Όσον δε επερνούσαν αι ημέραι, ολονέν περισσότερα πλήθη ανδρών και γυναικών προσειλκύοντο εις την πίστιν του Κυρίου και επροστίθεντο εις τον αριθμόν των πιστών.
15 Ο σεβασμός δε και η εκτίμησις του λαού προς αυτούς διά την θείαν δύναμιν, που ενεργούσε διά μέσου αυτών, ήτο τόσος, ώστε έβγαζαν τους ασθενείς εις τας πλατείας και τους έβαζαν οι μεν πλούσιοι επάνω εις κλίνας, οι δε πτωχοί εις απέριττα κρεββάτια, ώστε, όταν θα ήρχετο και θα επερνούσε ο Πέτρος, και η σκιά του έστω να πέση επάνω εις κανένα απο αυτούς, διά να τον θεραπεύση.
16 Αλλά και το πλήθος των γύρω πόλεων εμαζεύετο εις την Ιερουσαλήμ και έφεραν τους ασθενείς και αυτούς που ηνωχλούντο απο πονηρά πνεύματα, οι οποίοι και εθεραπεύοντο όλοι.
17 Ο αρχιερεύς όμως και όλοι όσοι ήσαν μαζί με αυτόν, αυτοί που αποτελούσαν την θρησκευτικήν παράταξιν των Σαδδουκαίων, εκυριεύθησαν απο φθόνον και κακίαν και εκινήθησαν εναντίον των Αποστόλων.
18 Άπλωσαν δε τα χέρια τους εις τους Αποστόλους, τους έπιασαν και τους έβαλαν υπό επιτήρησιν εις την δημοσίαν φυλακήν.
19 Άγγελος όμως Κυρίου κατά την νύκτα ήνοιξε τας θύρας της φυλακής, τους έβγαλε έξω και τους είπε·
20 «Πηγαίνετε, σταθήτε με θάρρος και διδάσκετε εις τας αυλάς του ναού τον λαόν όλα τα λόγια της νέας αυτής ζωής, που σας μετέδωκε ο Ιησούς».
21 Ήκουσαν οι Απόστολοι αυτά, εισήλθαν, ενώ ακόμη ήτο όρθρος, εις τον ιερόν τόπον και εδίδασκον. Ήλθε δε κατά την πρωΐαν ο αρχιερεύς και όσοι ήσαν μαζί του εις τον τόπον των συνεδριάσεων, εκάλεσαν το συνέδριον και όλην την γερουσίαν των Ισραηλιτών και έστειλαν ανθρώπους εις την φυλακήν, διά να φέρουν προ του συνεδρίου τους Αποστόλους.
22 Οι υπηρέται όμως ήλθον εις την φυλακήν και δεν τους ευρήκαν· επιστρέψαντες δε εις το συνέδριον ανέφεραν το γεγονός,
23 λέγοντες· «Ότι το μεν δεσμωτήριον το ευρήκαμεν κλεισμένον με κάθε ασφάλειαν και τους φρουρούς να στέκωνται όρθιοι εμπρός απο τας θύρας, όταν όμως ανοίξαμε, δεν ευρήκαμε κανένα μέσα εις την φυλακήν».
24 Όταν δε ήκουσαν αυτούς τους λόγους ο αρχιερεύς και ο στρατηγός της φρουράς του ιερού και οι άλλοι αρχιερείς κατελήφθησαν απο μεγάλην απορίαν δι’ αυτά, που ήκουσαν, και διηρωτώντο, πώς συνέβη και τι ημπορεί τάχα να γίνη με το γεγονός αυτό.
25 Εν τω μεταξύ όμως ήλθε κάποιος και τους ανήγγειλε ότι· «Ιδού, οι άνδρες, τους οποίους σεις εβάλατε εις την φυλακήν, ευρίσκονται τώρα εις την αυλήν του ναού και διδάσκουν τον λαόν».
26 Τότε επήγε εκεί ο στρατηγός, μαζί με τους υπηρέτας και τους έφερε εις το συνέδριον όχι διά της βίας, επειδή εφοβούντο μήπως λιθοβοληθούν απο τον λαόν.
27 Αφού δε τους έφεραν, τους έβαλαν ως κατηγορουμένους και υποδίκους, να σταθούν όρθιοι εν μέσω του συνεδρίου και τους ηρώτησεν ο αρχιερεύς
28 λέγων· «Δεν σας εδώσαμε αυστηράν εντολήν, να μη διδάσκετε εις το όνομα τούτο; Και ιδού σεις εγεμίσατε την Ιερουσαλήμ με την διδασκαλίαν σας και θέλετε να ρίξετε επάνω εις ημάς την ευθύνην διά το αίμα αυτού του ανθρώπου» (την οποίαν εν τούτοις ευθύνην αυτοί είχαν αναλάβει ενώπιον του Πιλάτου λέγοντες: Το αίμα αυτού εφ’ ημάς και επί τα τέκνα ημών).
29 Απεκρίθη δε ο Πέτρος και οι άλλοι Απόστολοι και είπαν· «Πρέπει να υπακούωμεν εις τον Θεόν μάλλον (ο οποίος και κατά την νύκτα αυτήν μας διέταξε με τον άγγελόν του να κηρύξωμεν την αλήθειαν) και όχι εις σας τους ανθρώπους, που μας εδώσατε διαταγήν να σιωπήσωμεν.
30 Ο Θεός των πατέρων μας ανέστησε εκ νεκρών τον Ιησούν, τον οποίον σεις εφονεύσατε, κρεμάσαντες επάνω εις το ξύλον του σταυρού.
31 Αυτόν ο Θεός τον ύψωσε με την παντοδύναμον αυτού δεξιάν και τον ανέδειξε αρχηγόν και Σωτήρα, να δίδη μετάνοιαν εις τους Ισραηλίτας και άφεσιν αμαρτιών.
32 Και ημείς είμεθα αυτόπται μάρτυρες, που ηκούσαμεν και είδομεν αυτόν, διά να κηρύττωμεν τα λόγια και τα γεγονότα αυτά, καθ’ ον χρόνον και αυτό το Άγιον Πνεύμα, που έδωκεν ο Θεός εις όσους τον υπακούουν, μαρτυρεί την αλήθειαν των λόγων μας με τα θαύματα και τα χαρίσματά του».
33 Εκείνοι όμως, όταν ήκουσαν τα λόγια αυτά, εταράχθησαν, έτριζαν τα δόντια των με οργήν και συζητούσαν μεταξύ των, να καταδικάσουν αυτούς εις θάνατον.
34 Εσηκώθηκε όμως μέσα εις το συνέδριον ένας Φαρισαίος, ονόματι Γαμαλιήλ, διδάσκαλος του Νόμου, άνθρωπος κύρους και υπολήψεως ενώπιον όλου του λαού, και διέταξε να βγάλουν δι’ ολίγον έξω απο την αίθουσαν τους Αποστόλους.
35 Και είπε τότε προς τους συνέδρους· «Άνδρες Ισραηλίται, προσέχετε καλά τους εαυτούς σας και αναλογισθήτε την ευθύνην σας, δι’ αυτό που σκέπτεσθε να πράξετε εναντίον αυτών των ανθρώπων.
36 Διότι, πριν απο τας ημέρας αυτάς, παρουσιάστηκε ο Θευδάς, ο οποίος έλεγε διά τον εαυτόν του ότι είναι τάχα κάποιος μεγάλος. Τον ηκολούθησαν ως οπαδοί του κάπου τετρακόσιοι άνθρωποι. Αλλά εφονεύθη αυτός, και όλοι όσοι επίστευον εις αυτόν διελύθησαν και εξωλοθρεύθησαν.
37 Έπειτα απο αυτόν παρουσιάσθηκε ο Ιούδας ο Γαλιλαίος κατά τας ημέρας που έγινε απο τους Ρωμαίους η απογραφή, και ετράβηξε με το μέρος του αρκετόν λαόν, αλλά και εκείνος εθανατώθηκε και εχάθηκε και όλοι όσοι τον υπήκουαν διεσκορπίσθησαν.
38 Και τώρα εγώ σας λέγω, σταθήτε μακρυά απο τους ανθρώπους τούτους, αφήσατέ τους και μη απλώνετε επάνω των τα χέρια σας. Διότι, εάν αυτό που σχεδιάζουν ή το έργον που πράττουν προέρχεται εξ ανθρώπων, θα διαλυθή μόνο του.
39 Εάν όμως είναι εκ του Θεού, δεν ημπορείτε σεις να το καταστρέψετε. Σκεφθήτε δε, μήπως γίνετε και θεομάχοι, πολεμούντες τον Θεόν και το έργον του».
40 Επείσθησαν δε εις αυτόν τα μέλη του συνεδρίου και αφού επροσκάλεσαν τους Αποστόλους πάλιν εις την αίθουσαν, τους έδειραν, τους παρήγγειλαν να μη κηρύττουν πλέον επί τω ονόματι του Ιησού και κατόπιν τους απέλυσαν.
41 Αλλά οι Απόστολοι, ύστερα απο όλα αυτά, ανεχώρησαν απο το συνέδριον χαίροντες, διότι ηξιώθησαν της μεγάλης τιμής να υποστούν εξευτελιστικήν τιμωρίαν χάριν του ονόματος του Χριστού.
42 Δεν εσταματούσαν δε κάθε ημέραν, τόσον ενώπιον του λαού εις το ιερόν, όσον και ιδιαιτέρως εις τα σπίτια, να διδάσκουν και να μεταδίδουν την χαρμόσυνον αγγελίαν, ότι ο Ιησούς είναι ο Χριστός, ο σταλμένος απο τον Θεόν Σωτήρ.
Πᾶς οὖν ὅστις ὁμολογήσει ἐν ἐμοὶ ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων,
ὁμολογήσω κἀγὼ ἐν αὐτῷ ἔμπροσθεν τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς (Ματθ. ι’ 32)

Image
Image

ICXCNIKA

User avatar

Administrator

Posts: 6342

Joined: 14 Apr 2008, 11:30

Gender: Male

Post 26 Apr 2010, 13:59

Re: Πράξεις των Αποστόλων

ΠΡΑΞΕΙΣ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ - ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ’

• Η εκλογή των επτά διακόνων, 1-7.
• Η δράσις του Στεφάνου, 8-15.


1 Κατά τας ημέρας δε αυτάς, καθώς ηύξανε ο αριθμός των πιστών, οι Εβραίοι Χριστιανοί, οι οποίοι κατήγοντο απο ξένας περιοχάς και ωμιλούσαν την ελληνικήν γλώσσαν και ελέγοντο Ελληνισταί, ήρχισαν να γογγύζουν και να παραπονούνται εναντίον των Εβραίων Χριστιανών της Ιουδαίας, διότι αι χήραι αυτών παρεμερίζοντο και παρημελούντο εις την καθημερινήν υπηρεσίαν της διανομής τροφών και βοηθημάτων.
2 Οι δώδεκα Απόστολοι τότε, αφού προσεκάλεσαν όλον το πλήθος των πιστών, είπαν· «Δεν είναι ορθόν και αρεστόν εις τον Θεόν, να αφήσωμεν ημείς το κήρυγμα του θείου λόγου και να υπηρετούμεν εις τας τραπέζας του φαγητού.
3 Δι’ αυτό, αδελφοί, εξετάσατε με πολλήν προσοχήν και εκλέξατε ανάμεσά σας επτά άνδρας, οι οποίοι να έχουν καλήν μαρτυρίαν απο όλους, να είναι δε γεμάτοι απο Άγιον Πνεύμα και σοφίαν και τους οποίους ημείς θα εγκαταστήσωμεν διά την υπηρεσίαν αυτήν.
4 Ημείς δε θα επιμείνωμεν ακόμη περισσότερον και θα ασχοληθώμεν με μεγαλύτερον ζήλον εις την προσευχήν και την υπηρεσίαν του κηρύγματος».
5 Και ήρεσεν ο λόγος αυτός εις όλον το πλήθος των πιστών. Και εξέλεξαν τον Στέφανον, άνδρα γεμάτον πίστιν και Πνεύμα Άγιον, και τον Φίλιππον και τον Πρόχορον και τον Νικάνορα και τον Τίμωνα και τον Παρμενάν και τον Νικόλαον, ο οποίος υπήρξεν ειδωλολάτρης απο την Αντιόχειαν και πριν να πιστεύση εις τον Χριστόν είχε προσηλυτισθή εις την ιουδαϊκήν θρησκείαν.
6 Αυτούς, λοιπόν, τους παρουσίασαν μετά την εκλογήν των εμπρός εις τους Αποστόλους. Και οι Απόστολοι, αφού προσευχήθηκαν, έβαλαν επάνω εις αυτούς τας χείρας των, διά να τους μεταδοθή η ειδική διά το έργον των θεία χάρις.
7 Και το κήρυγμα του θείου λόγου ηπλώνετο και διεδίδετο και ο αριθμός των Μαθητών εις την Ιερουσαλήμ ηύξανε και επληθύνετο πάρα πολύ και πολύ πλήθος απο τους Ιουδαίους εδέχοντο την νέαν πίστιν και υπετάσσοντο εις αυτήν.
8 Ο δε Στέφανος, γεμάτος πίστιν και δύναμιν Θεού, έκανε μεταξύ του λαού καταπληκτικά θαύματα και υπερφυσικά έργα, που μαρτυρούσαν την αλήθειαν της πίστεως.
9 Μερικοί δε Εβραίοι απο την συναγωγήν, που ελέγετο συναγωγή των Λιβερτίνων, των δούλων, δηλαδή, που είχαν απελευθερώσει οι Ρωμαίοι, και απο την συναγωγήν των Κυρηναίων και Αλεξανδρέων καθώς και των Ιουδαίων της Κιλικίας και της Ασίας, εσηκώθηκαν με φανατισμόν και πείσμα και συζητούσαν με τον Στέφανον.
10 Αλλά δεν ημπορούσαν να αντισταθούν εις την σοφίαν και εις το πνεύμα, με το οποίον ωμιλούσε ο Στέφανος.
11 Τότε εδωροδόκησαν και έβαλαν μερικούς άνδρας, οι οποίοι και ήρχισαν να λέγουν ότι ημείς έχομεν ακούσει τον Στέφανον να λέγη βλάσφημα λόγια εναντίον του Μωϋσέως και του Θεού.
12 Και έφεραν αναταραχήν και εξέγερσιν εις τον λαόν και τους πρεσβυτέρους και τους γραμματείς εναντίον του Στεφάνου, και όλοι μαζί ώρμησαν έξαφνα και ήρπασαν τον Στέφανον και τον έφεραν εις το συνέδριον.
13 Και παρουσίασαν ψευδομάρτυρας, οι οποίοι έλεγαν· «Ο άνθρωπος αυτός δεν παύει να λέγη βλάσφημα λόγια εναντίον του αγίου τόπου, δηλαδή του ναού, και εναντίον του Νόμου.
14 Διότι ημείς με τα ίδια μας τα αυτιά τον έχομε ακούσει να λέγη ότι ο Ιησούς ο Ναζωραίος θα καταστρέψη αυτόν τον ιερόν τόπον και θα αλλάξη τα ιερά έθιμα, που μας έχει παραδώσει ο Μωϋσής με τον νόμον του».
15 Και όταν όλοι οι δικασταί, που εκάθηντο εις το συνέδριον, εγύρισαν τα βλέμματα προς τον Στέφανον, είδαν το πρόσωπόν του ν’ ακτινοβολή ωσάν να ήτο πρόσωπον αγγέλου.
Πᾶς οὖν ὅστις ὁμολογήσει ἐν ἐμοὶ ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων,
ὁμολογήσω κἀγὼ ἐν αὐτῷ ἔμπροσθεν τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς (Ματθ. ι’ 32)

Image
Image

ICXCNIKA

User avatar

Administrator

Posts: 6342

Joined: 14 Apr 2008, 11:30

Gender: Male

Post 30 Apr 2010, 20:44

Re: Πράξεις των Αποστόλων

ΠΡΑΞΕΙΣ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ - ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ’

• Η απολογία του Στεφάνου προ του συνεδρίου, 1-53.
• Ο λιθοβολισμός του, 54-60.


1 Είπε δε ο αρχιερεύς· «Πες μας, είναι τάχα αληθινά, όσα καταγγέλλουν οι μάρτυρες;».
2 Ο δε Στέφανος είπε· «Άνδρες αδελφοί και πατέρες, ακούσατε. Ο Θεός της δόξης παρουσιάσθηκε εις τον πρόγονόν μας, τον Αβραάμ, όταν ήτο εις την Μεσοποταμίαν, πριν ακόμη κατοικήση εις την Χαρράν.
3 Και είπε εις αυτόν: Αναχώρησε απο τον τόπον σου και απο τους συγγενείς σου και έλα εις περιοχήν, την οποίαν εγώ θα σου δείξω.
4 Τότε ο Αβραάμ ανεχώρησε απο την χώραν των Χαλδαίων και εγκατεστάθη εις την Χαρράν. Απο εκεί, μετά τον θάνατον του πατρός του, τον έβαλε ο Θεός να κατοικήση εις την γην αυτήν, εις την οποίαν και σείς τώρα κατοικείτε.
5 Και εν τούτοις δεν του έδωσε εις την περιοχήν αυτήν ως κληρονομίαν ούτε ενός βήματος τόπον. Και όμως είχε υποσχεθή ο Θεός να δώση ως ιδιοκτησίαν την χώραν αυτήν, εις αυτόν τον ίδιον και ύστερα απο αυτόν εις τους απογόνους του, καίτοι όταν υπέσχετο αυτά ο Θεός, δεν είχεν ο Αβραάμ τέκνον.
6 Ελάλησε δε ο Θεός κατ’ αυτόν τον τρόπον, ότι δηλαδή οι απόγονοί του θα μείνουν ως πάροικοι εις ξένην χώραν. Και οι άνθρωποι της χώρας εκείνης θα τους κάμουν δούλους των και θα τους ταλαιπωρήσουν τετρακόσια χρόνια.
7 Και είπεν ο Θεός: Το έθνος, εις το οποίον θα εργασθούν ως δούλοι, θα το δικάσω εγώ. Και έπειτα απο αυτά θα φύγουν απο εκεί και θα με λατρεύσουν εις τον τόπον αυτόν.
8 Και έδωκεν ο Θεός εις τον Αβραάμ διαθήκην, που την επεκύρωσε με την περιτομήν. Και έτσι, σύμφωνα με την πίστιν και την διαθήκην αυτήν, εγέννησε ο Αβραάμ τον Ισαάκ και τον περιέταμε την ογδόην ημέραν. Το ίδιο και ο Ισαάκ τον Ιακώβ και ο Ιακώβ τους δώδεκα Πατριάρχας.
9 Και οι δώδεκα Πατριάρχαι επειδή εφθόνησαν τον Ιωσήφ τον επώλησαν ως δούλον εις εμπόρους, οι οποίοι και τον μετέφεραν εις την Αίγυπτον.
10 Ο Θεός όμως ήτο μαζί του, τον έβγαλε και τον εγλίτωσε απο όλας τας θλίψεις του και του έδωκε χάριν και σοφίαν, όπως αυτή εφάνηκε ενώπιον Φαραώ, του βασιλέως της Αιγύπτου. Και εγκατέστησε αυτόν ο Φαραώ άρχοντα εις όλην την Αίγυπτον και εις όλον το ανάκτορόν του.
11 Ήλθε δε πείνα εις όλην την χώραν της Αιγύπτου και της Χαναάν και θλίψις μεγάλη, και δεν εύρισκαν τροφάς οι πρόγονοί μας διά τον εαυτόν τους και τα βοσκήματά τους.
12 Όταν δε ήκουσεν ο Ιακώβ, ότι εις την Αίγυπτον υπάρχει σιτάρι, έστειλε διά πρώτην φοράν τους προγόνους μας.
13 Και κατά το δεύτερον ταξίδιόν των εφανέρωσε τον εαυτόν του ο Ιωσήφ εις τους αδελφούς του και έγινε πλέον γνωστή εις τον Φαραώ η οικογένεια του Ιωσήφ.
14 Έστειλε δε ο Ιωσήφ και εκάλεσεν εις την Αίγυπτον τον πατέρα του τον Ιακώβ και όλην την οικογένειάν του, η οποία απετελείτο απο εβδομήκοντα πέντε ψυχάς.
15 Κατέβηκε πράγματι ο Ιακώβ εις την Αίγυπτον και εκεί απέθανε αυτός και οι δώδεκα πρόγονοί μας.
16 Και μετεφέρθησαν τα οστά των εις την Συχέμ και ετέθησαν εις το μνήμα, το οποίον είχεν αγοράσει ο Αβραάμ με αργυρά νομίσματα απο τους υιούς του Εμμόρ, που κατοικούσε εις την Συχέμ.
17 Καθώς δε επλησίαζε ο χρόνος διά την εκπλήρωσιν της υποσχέσεως, την οποίαν με όρκον είχε δώσει ο Θεός εις τον Αβραάμ, αυξήθηκε ο λαός και έγινε πλήθος πολύ ο αριθμός του εις την Αίγυπτον.
18 Μέχρις ότου παρουσιάσθηκε άλλος βασιλεύς, ο οποίος δεν εγνώριζε τον Ιωσήφ και τας υπηρεσίας τας οποίας είχε προσφέρει αυτός εις την Αίγυπτον.
19 Αυτός εσκέφθηκε πονηρά και δόλια εναντίον του γένους ημών, εταλαιπώρησε τους πατέρας ημών και τους εξηνάγκασε να αφίνουν έκθετα τα βρέφη των ώστε να μη διατηρούνται αυτά εις την ζωήν.
20 Κατά τον καιρόν δε εκείνον εγεννήθηκε ο Μωϋσής, ο οποίος ήτο ωραίος και αγαπητός εις τον Θεόν. Αυτός ανατράφηκε κρυφά τρείς μήνες εις το σπίτι του πατρός του.
21 Όταν δε τον έρριψαν έκθετον εις τα νερά του ποταμού, τον ανέσυρε απο εκεί και τον επήρε η κόρη του Φαραώ και τον ανέθρεψε, διά να τον έχη ως θετόν υιόν της.
22 Και εμορφώθηκε ο Μωϋσής με όλην την σοφίαν των Αιγυπτίων. Ήτο δε δυνατός και συνετός και εις τους λόγους και εις τα καλά έργα, που έκανε.
23 Καθώς δε αυτός συνεπλήρωσε τα σαράντα χρόνια της ηλικίας του, ήρθε εις την καρδίαν του η επιθυμία, να επισκεφθή τους αδελφούς του, τους απογόνους του Ισραήλ.
24 Και όταν είδε κάποιον Ισραηλίτην να αδικήται, τον υπερησπίσθη και εξεδικήθη τον αδικούμενον και βασανιζόμενον αυτόν αδελφόν του, φονεύσας τον Αιγύπτιον.
25 Ενόμιζε δε ότι θα εκαταλάβαιναν οι αδελφοί του, πως ο Θεός με το χέρι το ιδικόν του δίδει εις αυτούς σωτηρίαν. Εκείνοι όμως δεν το εκατάλαβαν.
26 Και την άλλην ημέραν, ενώ δύο απο αυτούς εφιλονικούσαν και είχαν έλθει εις τα χέρια, παρουσιάσθηκε άξαφνα ο Μωϋσής και τους παρεκίνησε να ειρηνεύσουν ειπών· «Άνθρωποι, σείς είσθε αδελφοί μεταξύ σας. Διατί αδικείτε ο ένας τον άλλον;».
27 Αλλά εκείνος, που αδικούσε τον πλησίον του, έσπρωξε τον Μωϋσέα και του είπε· «Ποιός σε έβαλε άρχοντα και δικαστήν εις ημάς;
28 Μήπως συ θέλεις να με φονεύσης, όπως έφόνευσες χθες τον Αιγύπτιον;».
29 Ένεκα δε του λόγου αυτού, που εφανέρωνεν ότι ο χθεσινός φόνος έγινε πλέον γνωστός, έφυγε ο Μωϋσής απο την Αίγυπτον και ήλθε και έμεινε ως ξένος εις την γην Μαδιάμ, όπου και απέκτησε δύο υιούς.
30 Όταν δε συνεπληρώθησαν σαράντα χρόνια απο την ημέραν της φυγής του, παρουσιάσθηκε προς αυτόν εις την έρημον του όρους Σινά ο Υιός του Θεού, ο άγγελος της μεγάλης βουλής του Κυρίου, μέσα εις φλόγα πυρός, που έβγαινε απο ένα βάτο.
31 Ο δε Μωϋσής, όταν είδε αυτό το περίεργον γεγονός, εθαύμαζε το θέαμα· καθώς δε επροχωρούσε διά να το αντιληφθή καλύτερα, ήλθε φωνή Κυρίου προς αυτόν, η οποία του έλεγε:
32 Εγώ είμαι ο Θεός των πατέρων σου, ο Θεός του Αβραάμ και ο Θεός του Ισαάκ και ο Θεός του Ιακώβ. Επειδή δε εκυριεύθηκε απο τρόμον ο Μωϋσής, δεν ετολμούσε να ερευνήση περισσότερον το όραμα.
33 Είπε δε εις αυτόν ο Κύριος: Λύσε και βγάλε το υπόδημα των ποδών σου, διότι ο τόπος, επάνω εις τον οποίον στέκεσαι, είναι γη αγία.
34 Εγώ είδα πολύ καλά την ταλαιπωρίαν και καταπίεσιν του λαού μου εις την Αίγυπτον και ήκουσα τους στεναγμούς των και κατέβηκα να τους ελευθερώσω. Και τώρα εμπρός, θα σε στείλω εις την Αίγυπτον.
35 Αυτόν, λοιπόν, τον Μωϋσήν, τον οποίον εκείνοι είχον αρνηθή και του είπαν: Ποιός σε έβαλε άρχοντα και δικαστήν; Αυτόν ο Θεός άρχοντα και ελευθερωτήν έστειλεν με το χέρι και την δύναμιν του αγγέλου της μεγάλης βουλής του Κυρίου, που είχε παρουσιασθή προς αυτόν εις την βάτον.
36 Αυτός, λοιπόν, ο Μωϋσής τους ωδήγησε έξω απο την χώραν της δουλείας, αφού έκαμε μεγάλα θαύματα εις την Αίγυπτον και την Ερυθράν θάλασσαν και εις την έρημον επί σαράντα έτη, και τα οποία θαύματα εμαρτυρούσαν την δύναμιν του Θεού.
37 Αυτός είναι ο Μωϋσής, που είπε εις τους Ισραηλίτας: Προφήτην εις σας θα αναδείξη Κύριος ο Θεός σας απο τους αδελφούς σας, ωσάν εμέ, νομοθέτην και ελευθερωτήν. Εις αυτόν θα υπακούετε.
38 Αυτός ο Μωϋσής είναι που ήλθε εις την συγκέντρωσιν του λαού εις την έρημον μετά του αγγέλου, ο οποίος του ωμιλούσε εις το όρος Σινά, και των πατέρων μας· αυτός έλαβε τα λόγια του Θεού, που δίδουν ζωήν, διά να τα παραδώση εις ημάς.
39 Εις αυτόν δεν ηθέλησαν να υπακούσουν οι πατέρες μας αλλά τον απώθησαν και κατά την καρδίαν και την διάθεσίν των εγύρισαν πίσω εις την Αίγυπτον,
40 αφού είπαν εις τον Ααρών: Κατασκεύασέ μας θεούς, οι οποίοι θα προπορεύωνται εμπρός μας, διότι αυτός ο Μωϋσής, που μας έβγαλε απο την χώραν της Αιγύπτου, εχάθηκε και δεν γνωρίζομεν, τι του συνέβη.
41 Και κατεσκεύασαν ένα είδωλον μοσχαριού κατά τας ημέρας εκείνας και προσέφεραν θυσίας εις το είδωλον και ευφραίνοντο και εγλεντούσαν διά τ α έργα των χειρών των. (Και έδειξαν έτσι φοβεράν απιστίαν και αχαριστίαν προς τον αληθινόν Θεόν, ο οποίος με τόσα θαύματα τους είχε λυτρώσει απο την δουλείαν των Αιγυπτίων).
42 Ένεκα δε τούτων έφυγε απο αυτούς ο Θεός και τους αφήκε να λατρεύουν τα αστέρια του ουρανού, όπως έχει γραφή εις το βιβλίον των Προφητών: Μήπως και μου προσφέρατε σεις, απόγονοι του Ισραήλ, με πίστιν και ευλάβειαν σφάγια και θυσίας επί σαράντα έτη εις την έρημον; Όχι βέβαια.
43 Αλλά εσηκώσατε εις τους ώμους σας την ειδωλολατρικήν σκηνήν του Μολόχ και το αστέρι του θεού σας Ρεμφάν, δηλαδή του Κρόνου, είδωλα που εκάματε διά να τα προσκυνήτε. Και διά τούτο προς τιμωρίαν σας, θα σας διώξω και θα σας βάλω να κατοικήσετε μακρύτερα απο την Βαβυλώνα.
44 Η ιερά όμως σκηνή του μαρτυρίου υπήρχε εις την έρημον διά τους πατέρας μας, όπως είχε διατάξει αυτός που ωμιλούσε προς τον Μωϋσέα, να κατασκευάση αυτήν σύμφωνα με τον τύπον, τον οποίον είχε ίδει εις το όρος.
45 Αυτήν, λοιπόν, την σκηνήν οι πατέρες μας, που διεδέχθησαν τον Μωϋσέα, την έφεραν μαζί με τον Ιησούν του Ναυή εις την κυριευθείσαν χώραν των εθνικών, τους οποίους έδιωξε ο Θεός εμπρός απο τους πατέρας μας, και αυτή η σκηνή έμεινε έως εις τας ημέρας του Δαυΐδ.
46 Αυτός ευρήκε χάριν ενώπιον του Θεού και εζήτησε να εύρη κατάλληλον περιοχήν, διά να ανεγείρη κατοικίαν εις τον Θεόν του Ιακώβ.
47 Αλλά ο Σολομών έκτισε ναόν εις τον Θεόν.
48 Όμως ο Ύψιστος δεν κατοικεί εις χειροποιήτους ναούς, όπως άλλωστε και ο Προφήτης λέγει:
49 Ο ουρανός είναι δι’ εμέ θρόνος και η γη υποπόδιον των ποδών μου. Ποίον οίκον ημπορείτε να μου οικοδομήσετε, λέγει ο Κύριος, ή ποίος θα είναι ο τόπος της μονίμου παραμονής και αναπαύσεώς μου;
50 Όλα αυτά, που ημπορείτε σείς οι άνθρωποι να μου τα προσφέρετε, δεν τα έχει κάμει το παντοδύναμον χέρι μου;
51 Σκληροτράχηλοι, που δεν θέλετε να σκύψετε το κεφάλι σας ενώπιον του Θεού και που δεν έχετε περικόψει απο την καρδίαν σας τας κακίας, έχετε βαριά τ’ αυτιά σας, ώστε να μη ακούετε το θέλημα του Θεού· σείς πάντοτε αντιπράττετε και ανθίστασθε εις το Πνεύμα το Άγιον, όπως και οι πατέρες σας.
52 Ποίον απο τους Προφήτας δεν κατεδίωξαν οι πατέρες σας; Αυτοί και εφόνευσαν εκείνους, που προανήγγειλαν, διά την έλευσιν του δικαίου, του οποίου τώρα σείς έχετε γίνει προδόται και φονείς.
53 Σείς οι οποίοι ελάβατε τον νόμον με εντολάς, που ο Θεός σας έδωσε διά μέσου των αγγέλων, και δεν τον εφυλάξατε».
54 Ενώ δε ήκουαν αυτά ησθάνοντο τας καρδίας των να σχίζωνται απο άγριον θυμόν και έτριζαν τα δόντια των εναντίον του Στεφάνου.
55 Αυτός δε, γεμάτος Πνεύμα Άγιον, έστρεψε και προσήλωσε το βλέμμα του εις τον ουρανόν, είδε την δόξαν και λαμπρότητα του ουρανού και τον Ιησούν να στέκεται εις τα δεξιά του Θεού
56 και είπε· «Ιδού, βλέπω ανοιγμένους τους ουρανούς και τον υιόν του ανθρώπου να στέκεται εκ δεξιών του Θεού».
57 Οι σύνεδροι και οι άλλοι Ιουδαίοι, αφού εκραύγασαν με μεγάλην φωνήν, εβούλλωσαν τ’ αυτιά των, διά να μη ακούουν τα βλάσφημα τάχα αυτά λόγια του Στεφάνου και ώρμησαν με μιά γνώμη όλοι μαζί εναντίον του.
58 Και αφού τον έβγαλαν έξω απο την πόλιν, τον λιθοβολούσαν. Και οι μάρτυρες της κατηγορίας, οι οποίοι, σύμφωνα με τον νόμον, πρώτοι έπρεπε να ρίψουν λίθον εναντίον του καταδίκου, έβγαλαν και αφήκαν προς φύλαξιν τα ρούχα των κοντά εις τα πόδια ενός νέου, που ελέγετο Σαύλος,
59 και ελιθοβολούσαν τον Στέφανον, καθ’ ον χρόνον εκείνος επεκαλείτο τον Κύριον και έλεγε· «Κύριε Ιησού, δέξου το πνεύμα μου».
60 Αφού δε εγονάτισε, εφώναξε με μεγάλην φωνήν· «Κύριε, μη καταλογίσης εις αυτούς αυτήν την αμαρτίαν». Και αφού είπε την προσευχήν αυτήν της συγγνώμης, εκοιμήθηκε εν Κυρίω. Ο δε Σαύλος επεδοκίμαζε την θανατικήν εκτέλεσιν του Στεφάνου.
Πᾶς οὖν ὅστις ὁμολογήσει ἐν ἐμοὶ ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων,
ὁμολογήσω κἀγὼ ἐν αὐτῷ ἔμπροσθεν τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς (Ματθ. ι’ 32)

Image
Image

ICXCNIKA

User avatar

Administrator

Posts: 6342

Joined: 14 Apr 2008, 11:30

Gender: Male

Post 01 May 2010, 21:40

Re: Πράξεις των Αποστόλων

ΠΡΑΞΕΙΣ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ - ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η’

• Διωγμός της Εκκλησίας εις Ιεροσόλυμα, 1-4.
• Η διάδοσις του Ευαγγελίου εις την Σαμάρειαν, 5-25.
• Επιστροφή εις Χριστόν επισήμου Αιθίοπος, 26-40.


1 Έγινε δε κατά την ημέραν εκείνην μεγάλος διωγμός εναντίον της Εκκλησίας των Ιεροσολύμων και σχεδόν όλοι οι Χριστιανοί διεσκορπίσθησαν εις τα διάφορα μέρη της Ιουδαίας και της Σαμαρείας, πλην των Αποστόλων.
2 Άνδρες δε ευλαβείς επήραν και έθαψαν το νεκρόν σώμα του Στεφάνου και έκαμαν μεγάλον θρήνον δι’ αυτόν.
3 Ο δε Σαύλος κατεδίωκε την Εκκλησίαν των Ιεροσολύμων, εισερχόμενος απο σπίτι σε σπίτι· και αφού έσυρε απο εκεί άνδρας και γυναίκας, τους παρέδιδε εις την φυλακήν.
4 Όσοι μεν, λοιπόν, έφυγαν και διεσκορπίσθησαν απο την Ιερουσαλήμ, επέρασαν απο διάφορα μέρη κηρύττοντες το χαρούμενο μήνυμα του Ευαγγελίου.
5 Ο δε Φίλιππος κατέβηκε εις κάποιαν πόλιν της Σαμαρείας και εκήρυττε εις τους κατοίκους τον Χριστόν.
6 Επρόσεχαν δε πλήθη λαού το κήρυγμα του Φιλίππου, όλοι μαζί με μιά καρδιά ήκουαν τα όσα έλεγε, αλλά συγχρόνως έβλεπαν και τα θαύματα, που έκανε ο Φίλιππος.
7 Διότι απο πολλούς, που είχαν ακάθαρτα πνεύματα, έφευγαν αυτά, αφού έβγαζαν μεγάλην κραυγήν· πολλοί δε παράλυτοι και χωλοί εθεραπεύθησαν.
8 Και έγινε μεγάλη χαρά εις την πόλιν εκείνην.
9 Εζούσε όμως εις την πόλιν εκείνην και κάποιος άνθρωπος, ονόματι Σίμων, ο οποίος έκανε μαγείες και εξέπληττε τον λαόν της Σαμαρείας, λέγων διά τον εαυτόν του, ότι είναι κάποιος μεγάλος.
10 Επρόσεχαν δε εις αυτόν όλοι, μικροί μεγάλοι, και έλεγαν: Αυτός είναι η μεγάλη δύναμις του Θεού.
11 Επρόσεχαν δε εις αυτόν, διότι επί πολύν χρόνον τους είχε καταπλήξει με τας μαγείας του.
12 Όταν όμως επίστευσαν εις τον Φίλιππον, που εκήρυττε το χαρμόσυνον μήνυμα περί της βασιλείας του Θεού και περί του προσώπου του Ιησού Χριστού, εβαπτίζοντο και άνδρες και γυναίκες. (Οι καλοπροαίρετες ψυχές δέχονται, όταν ακούσουν, την αλήθειαν και ελευθερώνονται απο τας πλάνας, εις τας οποίας καλή τη πίστει είχαν παρασυρθή).
13 Αλλά και ο ίδιος ο Σίμων επίστευσε και αφού εβαπτίσθη, έμενε συνεχώς και με επιμονήν κοντά εις τον Φίλιππον. Βλέπων δε τα υπερφυσικά θαύματα και τα σημεία, που εγίνοντο απο τον Φίλιππον, εθαύμαζε και εξεπλήσσετο, διότι αυτός δεν ημπορούσε να κάμη τα ίδια.
14 Όταν δε ήκουσαν οι Απόστολοι, που ήσαν εις τα Ιεροσόλυμα, ότι η Σαμάρεια εδέχθη τον λόγον του Θεού, έστειλαν προς τους Σαμαρείτας τον Πέτρον και τον Ιωάννην.
15 Αυτοί δε, αφού κατέβηκαν εις την Σαμάρειαν, προσευχήθηκαν υπέρ των Σαμαρειτών, διά να λάβουν τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος.
16 Διότι δεν είχεν ακόμη κατεβή εις κανένα απο αυτούς το Άγιον Πνεύμα· ήσαν δε μόνον βαπτισμένοι εις το όνομα του Κυρίου Ιησού.
17 Τότε έβαζαν οι Απόστολοι επάνω εις αυτούς τα χέρια των και έπαιρναν εκείνοι Πνεύμα Άγιον.
18 Όταν όμως ο Σίμων είδε ότι με την επίθεσιν των χειρών των Αποστόλων μετεδίδοντο τα θαυμαστά χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος, επρόσφερε εις αυτούς χρήματα
19 λέγων· «Δώστε και εις εμέ αυτήν την εξουσίαν, ώστε εις οποιονδήποτε βάλω επάνω τα χέρια, να παίρνη Πνεύμα Άγιον».
20 Ο Πέτρος όμως είπε προς αυτόν με αγανάκτησιν· «Το χρήμα σου μαζί με σένα ας καταστραφή και ας χαθή, διότι ενόμισες ότι αποκτάται με χρήματα η δωρεά του Θεού.
21 Δεν υπάρχει εις σε μερίδιον ούτε κλήρος εις τας δωρεάς του Αγίου Πνεύματος, διά τας οποίας γίνεται λόγος. Και τούτο, διότι η καρδία σου δεν είναι ειλικρινής και ανιδιοτελής ενώπιον του Θεού.
22 Μετανόησε, λοιπόν, απο αυτήν την κακίαν σου και παρακάλεσε τον Θεόν, μήπως τυχόν και σου συγχωρηθή η πονηρά αυτή επινόησις της καρδίας σου.
23 Αμφιβάλλω όμως, διότι σε βλέπω να είσαι μέσα εις πικράν χολήν, που σου δημιουργεί η κακία σου, και μέσα εις τα δεσμά της αδικίας».
24 Απήντησε τότε ο Σίμων και είπε· «Παρακαλέσατε και σείς για μένα τον Θεόν, να μη πέση επάνω μου κανένα απο τα κακά, που είπατε».
25 Και οι μεν λοιπόν Απόστολοι, αφού επεβεβαίωσαν με τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος το κήρυγμα περί του Κυρίου Ιησού, επέστρεψαν εις την Ιερουσαλήμ και καθώς προχωρούσαν εκήρυτταν εις πολλά χωριά των Σαμαρειτών το Ευαγγέλιον.
26 Άγγελος δε Κυρίου ελάλησε εις τον Φίλιππον και του είπε· «Σήκω και προχώρησε προς νότον εις τον δρόμον, ο οποίος κατεβαίνει απο την Ιερουσαλήμ εις την Γάζαν· αυτός ο δρόμος είναι έρημος, δεν έχει κίνησιν».
27 Ο Φίλιππος εσηκώθηκε και επήγε, όπως του είχε είπει ο άγγελος. Και ιδού ένας άνθρωπος Αιθίοψ, ευνούχος, άρχων και αυλικός της Κανδάκης, βασιλίσσης της Αιθιοπίας, ο οποίος ήτο διευθυντής όλων των οικονομικών αυτής, και ο οποίος είχεν έλθει να προσκυνήση εις την Ιερουσαλήμ,
28 επέστρεφε τότε εις την πατρίδα του, καθήμενος εις την άμαξάν του, και εδιάβαζε δυνατά τον προφήτην Ησαΐαν.
29 Είπε δε το Πνεύμα το Άγιον εις τον Φίλιππον· «Πλησίασε και προχώρει κολλητά εις την άμαξαν αυτήν».
30 Έτρεξε πράγματι ο Φίλιππος προς την άμαξαν, ήκουσε αυτόν να διαβάζη τον προφήτην Ησαΐαν και είπεν· «Άρα γε καταλαβαίνεις αυτά, που διαβάζεις;».
31 Εκείνος δε είπε· «Δεν τα καταλαβαίνω· διότι πώς είναι δυνατόν να τα εννοήσω, εάν κάποιος δεν με οδηγήση;». Και παρεκάλεσε τον Φίλιππον να ανεβή εις την άμαξαν και να καθήση μαζί του.
32 Το δε χωρίον της Γραφής, που εδιάβαζε, ήτο αυτό: «Σαν πρόβατον ωδηγήθηκε εις την σφαγήν· και σαν αρνί, που μένει άφωνον εμπρός εις αυτόν που το κουρεύει, έτσι και αυτός δεν ανοίγει το στόμα του.
33 Εις την βαθείαν ταπείνωσίν του, εις την οποίαν υπεβλήθη, του ηρνήθησαν την δικαίαν του κρίσιν και το δίκαιόν του και όμως επέτυχε το έργον του, την σωτηρίαν των ανθρώπων· αυτό δε το πλήθος των πνευματικών του απογόνων, που είχε αναγεννήσει εις σωτηρίαν, ποιός ημπορεί να διηγηθή; Διότι του αφήρεσαν με βίαιον θάνατον την ζωήν του απο την γην· εδοξάσθη όμως κατόπιν».
34 Έλαβε τότε τον λόγον ο ευνούχος και είπε εις τον Φίλιππον· «Σε παρακαλώ πολύ, διά ποίον ο Προφήτης λέγει αυτό; Διά τον εαυτόν του ή διά κανένα άλλον;».
35 Ήνοιξε τότε το στόμα του ο Φίλιππος, και αφού ήρχισε απο το χωρίον αυτό της Γραφής, εκήρυξε εις αυτόν το χαρμόσυνον μήνυμα διά τον Ιησούν και την σωτηρίαν, που εκείνος προσφέρει εις τους πιστούς.
36 Καθώς δε επροχωρούσαν εις τον δρόμον, έφθασαν κάπου εκεί, που υπήρχε ύδωρ, και είπε τότε ο ευνούχος· «Ιδού, υπάρχει εδώ νερό· τι με εμποδίζει να βαπτισθώ;».
37 Είπε δε ο Φίλιππος· «Εάν πιστεύης με όλην σου την καρδιά, έχεις το δικαίωμα να βαπτισθής». Απεκρίθη δε και είπε· «Πιστεύω ότι ο Ιησούς Χριστός είναι ο Υιός του Θεού».
38 Και διέταξε αμέσως να σταθή η άμαξα· κατέβηκαν και οι δύο εις το νερό, και ο Φίλιππος και ο ευνούχος. Και ο Φίλιππος τον εβάπτισε.
39 Αμέσως δε μόλις ανέβηκαν απο το νερό, το Πνεύμα του Κυρίου ήρπασε τον Φίλιππον και δεν τον ξαναείδε πλέον ο ευνούχος, ο οποίος και συνέχισε το ταξίδι του γεμάτος χαράν.
40 Ο δε Φίλιππος ευρέθηκε, χωρίς να καταλάβη πώς, εις την Άζωτον· και καθώς επερνούσε απο τα διάφορα μέρη, εκήρυττε το Ευαγγέλιον εις όλας τας πόλεις, έως ότου ήλθεν εις την Καισάρειαν.
Πᾶς οὖν ὅστις ὁμολογήσει ἐν ἐμοὶ ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων,
ὁμολογήσω κἀγὼ ἐν αὐτῷ ἔμπροσθεν τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς (Ματθ. ι’ 32)

Image
Image

ICXCNIKA

User avatar

Administrator

Posts: 6342

Joined: 14 Apr 2008, 11:30

Gender: Male

Post 07 May 2010, 17:36

Re: Πράξεις των Αποστόλων

ΠΡΑΞΕΙΣ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ - ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ’

• Επιστροφή του Παύλου, 1-18.
• Η πρώτη δράσις του, 19-30.
• Ο Πέτρος εις Λύδδαν και Ιόππην, 31-43.


1 Ο Σαύλος όμως, κυριευμένος απο μίσος και μανίαν, εξακολουθούσε να αποπνέη και να εκδηλώνη αισθήματα απειλής και φόνου εναντίον των μαθητών του Κυρίου. Προσήλθε εις τον αρχιερέα
2 και εζήτησε απο αυτόν συστατικάς επιστολάς προς τας συναγωγάς της Δαμασκού, όπως, εάν εύρη μερικούς άνδρας και γυναίκας να ανήκουν εις τον δρόμον του Ιησού, δεμένους τους οδηγήση εις την Ιερουσαλήμ.
3 Ενώ δε επροχωρούσε και επλησίαζε πλέον εις την Δαμασκόν, αίφνης άστραψε ολόγυρά του απο τον ουρανόν λαμπρόν φως.
4 Και καθώς απο την απαστράπτουσαν λάμψιν έπεσε κάτω εις την γην, ήκουσε μίαν φωνήν, η οποία του έλεγε· «Σαούλ, Σαούλ, διατί με καταδιώκεις;».
5 Είπε δε ο Σαύλος· «Ποιός είσαι, κύριε;». Ο δε Κύριος απήντησε· «Εγώ είμαι ο Ιησούς, τον οποίον συ καταδιώκεις, αφού καταδιώκεις τους οπαδούς μου.
6 Αλλά σήκω επάνω και πήγαινε εις την πόλιν και εκεί θα σου ανακοινωθή, τι πρέπει να κάμης».
7 Οι άνδρες όμως, που τον συνώδευαν, έμειναν άφωνοι, με ανοικτό το στόμα, διότι ήκουαν μεν την φωνήν, αλλά δεν έβλεπαν κανένα.
8 Εσηκώθηκε ο Σαύλος απο την γην, και ενώ ήσαν ανοικτά τα μάτια του, δεν έβλεπε κανένα. Οι στρατιώται οδηγούντες αυτόν απο το χέρι, τον έφεραν μέσα εις την Δαμασκόν.
9 Και έμεινε τρείς ημέρας τυφλός, χωρίς να βλέπη· και ούτε έφαγε ούτε έπιε.
10 Υπήρχε δε εις την Δαμασκόν ένας μαθητής, ονόματι Ανανίας, και με όραμα είπε προς αυτόν ο Κύριος· «Ανανία». Εκείνος δε είπε· «Ιδού, εδώ είμαι, Κύριε».
11 Ο δε Κύριος είπε τότε προς αυτόν· «Σήκω και πήγαινε εις την οδόν, που λέγεται ευθεία, και ζήτησε εις το σπίτι του Ιούδα κάποιον, που ονομάζεται Σαύλος και κατάγεται απο την Ταρσόν. Διότι, ιδού, κατά την ώραν αυτήν προσεύχεται και ζητεί την βοήθειάν μου.
12 Είδε και αυτός εις όραμα ένα άνθρωπον, ονόματι Ανανίαν, ο οποίος εισήλθε εις το σπίτι και έθεσε επάνω εις αυτόν το χέρι, διά να τον θεραπεύση απο την τύφλωσιν και να ξαναϊδή έτσι το φως».
13 Απήντησε δε ο Ανανίας· «Κύριε, έχω ακούσει απο πολλούς διά τον άνθρωπον αυτόν, διά τα τόσα και τόσα κακά, που έκαμε εις τους αγίους οπαδούς σου, οι οποίοι μένουν εις την Ιερουσαλήμ.
14 Και εδώ εις την Δαμασκόν έχει εξουσίαν απο τους αρχιερείς να δέση όλους, όσοι επικαλούνται το όνομά σου».
15 Είπε δε προς αυτόν ο Κύριος· «Πήγαινε και μη φοβείσαι. Διότι αυτός είναι όργανον της ιδικής μου εκλογής, διά να βαστάση και κηρύξη το όνομά μου εμπρός εις εθνικούς και εις βασιλείς και εις τους απογόνους του Ισραήλ.
16 Διότι εγώ ο ίδιος θα του δείξω απο τώρα, όσα πρέπει να πάθη διά το όνομά μου».
17 Επήγε πράγματι ο Ανανίας· εισήλθε εις την οικίαν και αφού έθεσε επάνω εις αυτόν τα χέρια του, είπε· «Σαούλ, αδελφέ, ο Κύριος Ιησούς, ο οποίος σου παρουσιάσθηκε εις τον δρόμον, που ήρχεσο με έστειλε, να αποκτήσης και πάλιν το φώς και να γεμίσεις απο Άγιον Πνεύμα».
18 Και αμέσως έπεσαν απο τα μάτια του κάτι σαν λέπια, απέκτησε το φώς του, εσηκώθηκε και εβαπτίσθηκε αμέσως. Και κατόπιν έφαγε τροφήν και απέκτησε πάλιν τας δυνάμεις του, τας σωματικάς και τας πνευματικάς.
19 Έμεινε δε ο Σαύλος ολίγας ημέρας μαζί με τους μαθητάς, που ήσαν εις την Δαμασκόν.
20 Και αμέσως εκήρυττε εις τας συναγωγάς τον Ιησούν, λέγων ότι αυτός είναι πράγματι ο μονογενής Υιός του Θεού.
21 Όλοι δε όσοι τον ήκουσαν εκυριεύθησαν απο έκπληξιν και απορίαν και έλεγαν· «Δεν είναι αυτός, που κατεδίωξε με μίσος μέχρις αφανισμού εις την Ιερουσαλήμ εκείνους, που επεκαλούντο με πίστιν το όνομα τούτο και ο οποίος έχει έλθει εδώ, με αυτόν ακριβώς τον σκοπόν, να συλλάβη αυτούς και δεμένους να τους οδηγήση εις τους αρχειερείς;».
22 Ο Σαύλος όμως ενισχύετο ακόμη περισσότερον με την χάριν του Θεού και με το φωτισμένον κήρυγμά του έφερε σύγχυσιν εις τους Ιουδαίους, που κατοικούσαν εις την Δαμασκόν, αποδεικνύων, με την πραγματοποίησιν των προφητειών, ότι αυτός είναι ο Χριστός.
23 Όταν δε επέρασαν αρκετές ημέρες, συνεσκέφθησαν και απεφάσισαν οι Ιουδαίοι να τον φονεύσουν.
24 Έγινε όμως γνωστή εις τον Σαύλον η επιβουλή των. Και οι Ιουδαίοι παρατηρούσαν ημέραν και νύκτα τας πύλας της πόλεως, διά να τον φονεύσουν.
25 Οι μαθηταί όμως επήραν τον Σαύλον και εις καιρόν νυκτός τον κατέβασαν μέσα εις ένα κοφίνι απο κάποιο παράθυρο του τείχους.
26 Όταν δε ο Σαύλος έφθασε εις την Ιερουσαλήμ, προσπαθούσε να επικοινωνήση και να προσκολληθή εις τους μαθητάς. Όλοι όμως τον εφοβούντο, διότι δεν επίστευαν ότι είναι πράγματι μαθητής του Χριστού.
27 Αλλά ο Βαρνάβας τον επήρε με εμπιστοσύνην και τον ωδήγησε εις τους Αποστόλους. Και διηγήθηκε τότε εις αυτούς ο Σαύλος, πώς εις τον δρόμον είδε τον Κύριον και ότι του ωμίλησε ο Κύριος και πώς εις την Δαμασκόν εκήρυξε με θάρρος πίστιν εις τον Ιησούν Χριστόν.
28 Και συνεδέθη πλέον με αυτούς στενώτατα, επήγαινε και ήρχετο μαζί των συνεχώς εις Ιερουσαλήμ και με παρρησίαν ωμιλούσε διά τον Κύριον Ιησούν.
29 Ακόμη δε ωμιλούσε και εσυζητούσε με τους Ελληνιστάς Ιουδαίους. Εκείνοι όμως εζητούσαν ευκαιρίαν, να τον φονεύσουν.
30 Όταν δε οι αδελφοί έμαθαν τους σκοπούς των, συνώδευσαν και ωδήγησαν τον Παύλον εις την Καισάρειαν και τον έστειλαν εις την Ταρσόν, την πατρίδα του, όπου και θα ήτο ασφαλής απο τας επιβουλάς των Εβραίων, που έμεναν άπιστοι και αμετανόητοι.
31 Αι Εκκλησίαι, λοιπόν, που ήσαν εις όλην την Ιουδαίαν και την Γαλιλαίαν και την Σαμάρειαν, είχαν ειρήνην και οικοδομούντο εις την χριστιανικήν ζωήν και εζούσαν με τον φόβον του Κυρίου και με την δύναμιν και παρηγορίαν, που τους έδιδε το Πνεύμα το Άγιον, επληθύνοντο.
32 Συνέβη δε, όταν ο Πέτρος περιώδευε όλα αυτά τα μέρη, να κατεβή εις τους πιστούς, οι οποίοι κατοικούσαν εις την Λύδδαν.
33 Ευρήκε δε εκεί ένα άνθρωπον, ονόματι Αινέαν, ο οποίος κατέκειτο επί οκτώ έτη παράλυτος επάνω εις ένα κρεββάτι.
34 Και του είπεν ο Πέτρος· «Αινέα, ο Ιησούς, ο Χριστός σε θεραπεύει απο την ασθένειάν σου. Σήκω και στρώσε μόνος σου το κρεββάτι σου». Και αμέσως εκείνος εσηκώθηκε υγιής.
35 Και τον είδαν όλοι, όσοι κατοικούσαν την Λύδδαν και την περιοχήν του Σάρωνος, οι οποίοι επίστευσαν και επέστρεψαν εις τον Κύριον, παρακινηθέντες απο το θαύμα αυτό.
36 Εις δε την Ιόππην εζούσε μία μαθήτρια του Κυρίου, ονόματι Ταβιθά, της οποίας το όνομα εις την ελληνικήν σημαίνει Δορκάς. Αυτή ήτο γεμάτη απο καλά έργα και ελεημοσύνας, τας οποίας έκανε συνεχώς.
37 Συνέβη όμως κατά τας ημέρας εκείνας να ασθενήση και να πεθάνη. Αφού δε, σύμφωνα με τα ιουδαϊκά έθιμα, την έλουσαν και την ετοίμασαν διά την ταφήν, την έβαλαν εις το υπερώον.
38 Επειδή δε η Λύδδα ήτο κοντά εις την Ιόππην και οι μαθηταί είχαν ακούσει, ότι ο Πέτρος ήταν εκεί, έστειλαν δύο άνδρας προς αυτόν και τον παρακαλούσαν να μη βραδύνη να έλθη μέχρις αυτών.
39 Πράγματι ο Πέτρος εσηκώθηκε και επήγε μαζί με τους δύο απεσταλμένους. Όταν δε έφθασε, τον ανέβασαν εις το υπερώον. Εκεί δε παρουσιάσθησαν εις αυτόν όλαι αι χήραι κλαίουσαι διά τον θάνατον της Ταβιθάς, και εδείκνυαν εις τον Πέτρον χιτώνας και επανωφόρια, όσα έφτιανε, όταν ήτο εν ζωή η Δορκάς.
40 Ο Πέτρος αφού έβγαλε όλους έξω απο το υπερώον, εγονάτισε και προσευχήθηκε. Έπειτα εστράφη προς το σώμα και είπε· «Ταβιθά, σήκω». Εκείνη δε άνοιξε αμέσως τα μάτια της και όταν είδε τον Πέτρον ανασηκώθηκε εις το κρεββάτι της.
41 Της έδωσε τότε το χέρι του ο Πέτρος και την εσήκωσε. Και αφού εκάλεσε τους Χριστιανούς και μάλιστα τας χήρας, τους την παρουσίασε ζωντανήν.
42 Έγινε δε γνωστόν το θαύμα αυτό της αναστάσεως εις όλην την Ιόππην και πολλοί επίστευσαν εις τον Κύριον.
43 Έμεινε δε εις την Ιόππην ο Πέτρος αρκετάς ημέρας εις το σπίτι κάποιου Σίμωνος βυρσοδέψου.
Πᾶς οὖν ὅστις ὁμολογήσει ἐν ἐμοὶ ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων,
ὁμολογήσω κἀγὼ ἐν αὐτῷ ἔμπροσθεν τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς (Ματθ. ι’ 32)

Image
Image

ICXCNIKA

User avatar

Administrator

Posts: 6342

Joined: 14 Apr 2008, 11:30

Gender: Male

Post 11 May 2010, 17:33

Re: Πράξεις των Αποστόλων

ΠΡΑΞΕΙΣ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ - ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι’

• Επιστροφή του Κορνηλίου, 1-43.
• Νέα έκχυσις του Αγίου Πνεύματος, 44-48.


1 Υπήρχε δε εις την Καισάρειαν κάποιος άνθρωπος, ονόματι Κορνήλιος, εκατόνταρχος, απο την στρατιωτικήν μονάδα, που ελέγετο σπείρα Ιταλική.
2 Αυτός ήτο ευσεβής και θεοφοβούμενος μαζί με όλον του τον οίκον. Έκανε πολλάς ελεημοσύνας εις τον λαόν και παρακαλούσε πάντοτε τον Θεόν να τον φωτίζη.
3 Είδε, λοιπόν, κατά την τρίτην απογευματινήν ώραν, φανερά εις ένα όραμα, άγγελον του Θεού, ο οποίος εισήλθε εις το σπίτι του δι’ αυτόν και του είπε· «Κορνήλιε».
4 Αυτός προσήλωσε τα μάτια του εις τον άγγελον, κατελήφθη απο φόβον και είπε· «Τι είναι, κύριε;». Ο δε άγγελος του απήντησε· «Αι προσευχαί σου και αι ελεημοσύναι σου ανέβησαν εις τον ουρανόν προς τον Θεόν, διά να σε ενθυμήται συνεχώς.
5 Και τώρα στείλε εις την Ιόππην ανθρώπους σου και προσκάλεσε εδώ τον Σίμωνα, που επονομάζεται Πέτρος.
6 Αυτός φιλοξενείται απο κάποιον βυρσοδέψην Σίμωνα, του οποίου το σπίτι είναι κοντά εις την θάλασσαν».
7 Αμέσως δε μόλις ο άγγελος που ωμιλούσε προς τον Κορνήλιον έφυγεν, εφώναξε αυτός δύο υπηρέτας του και ένα ευσεβή στρατιώτην, απο εκείνους που ήσαν απεσπασμένοι εις την υπηρεσίαν του,
8 και αφού τους εξήγησε όλα όσα είδε και ήκουσε, τους έστειλε εις την Ιόππην, γεμάτος ελπίδας και εμπιστοσύνην εις τα λόγια του αγγέλου.
9 Την άλλην ημέραν, ενώ εκείνοι επεζοπορούσαν και επλησίαζαν εις την πόλιν, ανέβηκε ο Πέτρος εις την ταράτσα της οικίας, κατά τας δώδεκα το μεσημέρι, διά να προσευχηθή.
10 Ησθάνθη δε πείναν μεγάλην και ήθελε να φάγη. Ενώ δε εκείνοι που ήσαν εις το σπίτι ετοίμαζαν τα του φαγητού, κατέλαβε τον Πέτρον έκστασις, ώστε να βλέπη αποκαλύψεις Θεού.
11 Και βλέπει τον ουρανόν ανοιγμένον και να κατεβαίνη προς αυτόν ένα σκεύος, που ωμοίαζε με μεγάλο σινδόνι, δεμένον απο τα τέσσερα άκρα, και το οποίον σιγά-σιγά κατέβαινε εις την γην.
12 Εις αυτό υπήρχαν όλα τα τετράποδα της γης και τα θηρία και τα ερπετά και τα πτηνά του ουρανού.
13 Και έγινε μιά φωνή προς αυτόν, η οποία του έλεγε· «Πέτρε, σήκω, σφάξε και φάγε».
14 Ο δε Πέτρος απήντησε· «Ποτέ και με κανένα τρόπο, δεν θα κάμω αυτό, Κύριε· διότι ποτέ έως τώρα δεν έφαγα κανένα μολυσμένον ή ακάθαρτον, που το απαγορεύει ο νόμος».
15 Και πάλιν διά δευτέραν φοράν ήλθε η φωνή προς τον Πέτρον· «Αυτά, που ο Θεός έχει κάμει πλέον καθαρά, συ μη τα θεωρείς μολυσμένα και ακάθαρτα».
16 Αυτό επανελήφθη τρείς φορές και ανελήφθη πάλιν το σκεύος εις τον ουρανόν.
17 Καθώς δε απορούσε απο μέσα του ο Πέτρος, τι τάχα να εσήμαινε το όραμα, που είδε, και ιδού, οι άνθρωποι οι σταλμένοι απο τον Κορνήλιον, αφού εν τω μεταξύ είχαν πληροφορηθή, πού ήτο το σπίτι του Σίμωνος, εστάθησαν εις την εξωτερικήν πόρταν.
18 Εφώναξαν δυνατά και εζητούσαν να πληροφορηθούν, εάν ο Σίμων, που λέγεται και Πέτρος, φιλοξενείται εδώ.
19 Ενώ δε ο Πέτρος εσυλλογίζετο διά το όραμα, που είδε, είπε εις αυτόν το Άγιον Πνεύμα· «Ιδού, τρείς άνδρες, σε ζητούν. Είναι εθνικοί.
20 Αλλά σήκω, κατέβα απο το δώμα και πήγαινε μαζί τους, χωρίς κανένα δισταγμόν, διότι εγώ τους έχω στείλει».
21 Κατέβηκε πράγματι ο Πέτρος προς τους ανθρώπους αυτούς και είπε· «Ιδού, εγώ είμαι αυτός που ζητείτε· ποιός είναι ο λόγος διά τον οποίον ήρθατε εδώ;».
22 Εκείνοι δε του είπαν· «Ο Κορνήλιος, ο εκατόνταρχος, άνθρωπος δίκαιος και φοβούμενος τον Θεόν, που μαρτυρείται ως ευσεβής απο όλον το έθνος των Ιουδαίων, επήρε εντολήν απο άγιον άγγελον, να σε καλέση εις το σπίτι του και να ακούση απο σένα λόγια Θεού».
23 Ο Πέτρος τους εκάλεσε μέσα εις το σπίτι και τους εφιλοξένησε. Την άλλην ημέραν εσηκώθηκε και μαζί με αυτούς ανεχώρησε διά την Καισάρειαν. Μαζί του δε ανεχώρησαν και μερικοί αδελφοί απο αυτούς, που έμεναν εις την Ιόππην.
24 Και την άλλην ημέραν εισήλθαν εις την Καισάρειαν. Ο δε Κορνήλιος εν τω μεταξύ τους επερίμενε και είχε καλέσει τους συγγενείς του και τους στενωτέρους φίλους του.
25 Όταν δε επρόκειτο να εισέλθη ο Πέτρος εις το σπίτι, εβγήκε και τον προϋπάντησε ο Κορνήλιος και αφού έπεσε εις τα πόδια του, επροσκύνησε.
26 Ο Πέτρος όμως τον εσήκωσε λέγων· «Σήκω επάνω, διότι και εγώ είμαι άνθρωπος».
27 Και συνομιλών μαζί του εισήλθεν εις το σπίτι και ευρήκε εκεί πολλούς συγκεντρωμένους.
28 Και είπε προς αυτούς ο Πέτρος· «Σεις γνωρίζετε ότι είναι παράνομον και απαγορεύεται απο τον νόμον του Μωϋσέως, Ιουδαίος άνθρωπος να έρχεται εις στενήν επικοινωνίαν και συναναστροφήν ή και να πλησιάζη απλώς αλλοεθνή. Εις εμέ όμως ο Θεός εφανέρωσε με όραμα, να μη θεωρώ μολυσμένον ή ακάθαρτον κανένα άνθρωπον.
29 Δι’ αυτό, και όταν με εκαλέσατε, ήλθα χωρίς καμμίαν αντίρρησιν. Παρακαλώ λοιπόν, πληροφορήσατέ με, διά ποίον λόγον με εκαλέσατε;».
30 Και ο Κορνήλιος είπε· «Τέσσαρες ημέρες, απο το πρωΐ και έως την ώρα αυτήν, ενήστευα και εις τας τρείς το απόγευμα προσευχόμουν εις το σπίτι μου και ιδού ένας άνθρωπος, με λαμπράν ενδυμασίαν, εστάθηκε εμπρός μου
31 και είπε: Κορνήλιε, η προσευχή σου έγινε ακουστή απο τον Θεόν και αι ελεημοσύναι σου έχουν γίνει γνωσταί και φανεραί ενώπιόν του.
32 Στείλε λοιπόν εις την Ιόππην και προσκάλεσε εδώ τον Σίμωνα, που επονομάζεται Πέτρος. Αυτός φιλοξενείται εις την οικίαν του Σίμωνος του βυρσοδέψου, κοντά εις την θάλασσαν. Όταν έλθη θα σου ομιλήση, τι πρέπει να πράξης διά την σωτηρίαν σου.
33 Αμέσως, λοιπόν, την στιγμήν εκείνην έστειλα και σε εκάλεσα και συ έκαμες καλά που ήλθες. Τώρα όλοι ήμεις είμεθα εμπρός εις τον Θεόν, διά να ακούσωμεν με προσοχήν, όλα όσα έχει διατάξει εις σε ο Θεός».
34 Ήνοιξε ο Πέτρος το στόμα αυτού και με ευλάβειαν και επισημότητα είπεν· «Αλήθεια, καταλαβαίνω τώρα πολύ καλά, ότι ο Θεός δεν είναι προσωπολήπτης.
35 Αλλά εις κάθε έθνος, κάθε ένας, που ευλαβείται τον Θεόν και εφαρμόζει δικαιοσύνην εις την ζωήν του, γίνεται δεκτός απο αυτόν.
36 Σύμφωνα, άλλωστε, και με τον λόγον, τον οποίον έστειλε ο Θεός εις τους Ισραηλίτας, αναγγέλλων το χαρμόσυνον μήνυμα της ειρήνης διά του Ιησού Χριστού. Αυτός δε είναι και Κύριος όλων.
37 Σείς γνωρίζετε καλά το γεγονός, που εκηρύχθηκε και διαδόθηκε εις όλην την Ιουδαίαν και το οποίον έχει αρχίσει απο την Γαλιλαίαν έπειτα απο το βάπτισμα μετανοίας, που είχε κηρύξει ο Ιωάννης.
38 Γνωρίζετε δηλαδή τον Ιησούν, τον εκ της Ναζαρέτ, πως έχρισεν αυτόν ο Θεός με Πνεύμα Άγιον και του έδωσε την θείαν δύναμιν και ο οποίος επέρασε περιοχάς και χώρας ευεργετών και θεραπεύων, όλους όσοι εβασανίζοντο και ετυραννούντο απο τον διάβολον· έκανε δε τα αναρίθμητα και μεγάλα αυτά θαύματα, διότι ο Θεός ήτο μαζί του.
39 Και ημείς είμεθα αυτόπται μάρτυρες δι’ όλα όσα έπραξεν ο Ιησούς εις την χώραν των Ιουδαίων και εις την Ιερουσαλήμ. Αλλά αυτόν, τον μέγιστον ευεργέτην των, τον εφόνευσαν οι Εβραίοι κρεμάσαντες εις το ξύλον του σταυρού.
40 Ο Θεός όμως τον ανέστησε κατά την τρίτην ημέραν και, πανάγαθος, όπως είναι, γεμάτος στοργή και ενδιαφέρον πάντοτε διά την σταθεράν πίστιν και σωτηρίαν των καλοπροαιρέτων ψυχών, ηυδόκησε και επέτρεψε να γίνη ορατός και φανερός,
41 όχι πλέον εις όλον τον λαόν, όπως πρώτα, αλλά εις τους αυτόπτας μάρτυρας, οι οποίοι είχαν εκλεγή εκ των προτέρων απο τον Θεόν, εις ημάς δηλαδή, οι οποίοι εφάγαμεν και ήπιαμεν μαζί του, μετά την εκ νεκρών ανάστασίν του.
42 Και μας παρήγγειλε να κηρύξωμεν το Ευαγγέλιον εις όλον τον λαόν, να μαρτυρήσωμεν επισήμως και να διαλαλήσωμεν ότι αυτός ο Ιησούς είναι ο ωρισμένος απο τον Θεόν κριτής ζώντων και νεκρών.
43 Δι’ αυτόν όλοι οι Προφήται μαρτυρούν και διδάσκουν ότι καθένας που πιστεύει εις αυτόν, θα λάβη άφεσιν αμαρτιών με την χάριν και την δύναμιν του ονόματός του».
44 Ενώ δε ο Πέτρος συνέχιζε να λέγη τα λόγια αυτά, αίφνης έπεσε το Πνεύμα το Άγιον εις όλους αυτούς, που ήκουαν την διδασκαλίαν.
45 Οι εκ περιτομής Χριστιανοί, που είχαν έλθει μαζί με τον Πέτρον, όταν είδαν το γεγονός αυτό, κατελήφθησαν απο θαυμασμόν, διότι και εις τους εθνικούς ξεχύθηκε πλουσία η δωρεά του Αγίου Πνεύματος.
46 Και εβεβαιώθησαν διά το γεγονός, διότι ήκουαν αυτούς να ομιλούν ξένας γλώσσας και να δοξολογούν τον Θεόν.
47 Τότε έλαβε τον λόγον ο Πέτρος και είπε· «Μήπως ημπορεί να εμποδίση κανείς το νερό, διά να μη βαπτισθούν αυτοί, οι οποίοι, όπως και ημείς, έλαβαν το Πνεύμα το Άγιον;».
48 Και διέταξε να βαπτισθούν αυτοί εις το όνομα του Κυρίου. Τότε τον παρεκάλεσαν να μείνη μαζή των μερικάς ημέρας.
Πᾶς οὖν ὅστις ὁμολογήσει ἐν ἐμοὶ ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων,
ὁμολογήσω κἀγὼ ἐν αὐτῷ ἔμπροσθεν τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς (Ματθ. ι’ 32)

Image
Image

ICXCNIKA

User avatar

Administrator

Posts: 6342

Joined: 14 Apr 2008, 11:30

Gender: Male

Post 17 May 2010, 16:28

Re: Πράξεις των Αποστόλων

ΠΡΑΞΕΙΣ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ - ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΑ’

• Ο Πέτρος διηγείται τα της επιστροφής του Κορνηλίου, 1-21.
• Βαρνάβας και Σαύλος εις Αντιόχειαν, 22-30.


1 Επληροφορήθησαν δε οι Απόστολοι και οι αδελφοί, που ήσαν εις την περιοχήν της Ιουδαίας, ότι και οι εθνικοί εδέχθησαν τον λόγον του Θεού και εβαπτίσθησαν.
2 Και όταν ανέβηκε ο Πέτρος εις τα Ιεροσόλυμα, οι εκ περιτομής Χριστιανοί τον απέφευγαν
3 και του απηύθυναν παρατηρήσεις λέγοντες ότι· «Εισήλθες εις το σπίτι ανθρώπων, που δεν είχαν περιτμηθή, και έφαγες μαζί των, χωρίς να λάβης υπ’ όψιν σου τας απαγορεύσεις του μωσαϊκού νόμου».
4 Ήρχισε τότε ο Πέτρος να εκθέτη με την σειράν τα γεγονότα λέγων·
5 «Εγώ προσηυχόμην εις την Ιόππην και εις στιγμήν εκστάσεως είδα ένα όραμα· είδα, δηλαδή, ένα σκεύος, σαν μεγάλο σινδόνι, να κρατήται απο τα τέσσερα άκρα και να κατεβαίνη σιγά-σιγά απο τον ουρανόν, έως ότου ήλθε εκεί, που ήμουν εγώ.
6 Εις αυτό το σινδόνι, αφού εκύτταξα με προσοχήν, αντελήφθην πολύ καλά και ολοκάθαρα είδα τα τετράποδα της γης και τα θηρία και τα ερπετά και τα πτηνά του ουρανού.
7 Ήκουσα δε φωνήν, η οποία μου έλεγε· «Πέτρε, σήκω, σφάξε και φάγε».
8 Εγώ δε είπα· «Κατά κανένα τρόπον, Κύριε, δεν θα κάμω εγώ αυτό· διότι ποτέ δεν εμπήκε εις το στόμα μου κάτι το μολυσμένον ή ακάθαρτον».
9 Μου απήντησε δε διά δευτέραν φοράν η φωνή εκ του ουρανού· «Αυτά, που ο Θεός εκαθάρισε, συ μη τα θεωρείς μολυσμένα».
10 Αυτό επανελήφθη τρείς φορές. Και πάλιν όλα ανεσύρθησαν εις τον ουρανόν.
11 Και ιδού, εκείνην ακριβώς την στιγμήν εστάθησαν απέξω απο το σπίτι, όπου ευρισκόμουνα, άνθρωποι απο την Καισάρειαν, σταλμένοι εις εμέ.
12 Μου είπε δε το Πνεύμα να έλθω μαζί τους, χωρίς κανένα δισταγμόν. Ήλθαν δε μαζί μου εις την Καισάρειαν και οι εξ αυτοί αδελφοί και εισήλθαμε μαζί εις το σπίτι του ανθρώπου, που μας είχε καλέσει.
13 Αυτός διηγήθηκε λεπτομερώς εις ημάς πως είδε τον άγγελον εις το σπίτι του, που εστάθηκε εμπρός του και ο οποίος του είπε: Στείλε εις την Ιόππην ανθρώπους και κάλεσε εδώ τον Σίμωνα, που λέγεται και Πέτρος.
14 Αυτός θα λαλήση προς σε λόγια Θεού, διά των οποίων, εάν τα πιστεύσης και τα παραδεχθής, θα εύρης την σωτηρίαν συ και όλοι όσοι είναι εις το σπίτι σου.
15 Όταν δε εγώ ήρχισα να ομιλώ, ξεχύθηκε το Πνεύμα το Άγιον εις αυτούς, όπως ακριβώς και εις ημάς εις την αρχήν, κατά την ημέραν της Πεντηκοστής.
16 Εθυμήθηκα τότε τα λόγια του Κυρίου, που έλεγε: Ο Ιωάννης μεν εβάπτιζε τους ανθρώπους με νερό, σείς όμως θα βαπτισθήτε με Πνεύμα Άγιον.
17 Εάν λοιπόν ο Θεός έδωκε εις αυτούς την ίδιαν δωρεάν, τα ίδια χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος, όπως και εις ημάς, επειδή και εκείνοι και ημείς επιστεύσαμεν εις τον Κύριον Ιησούν Χριστόν, ποιός ήμουν εγώ, που θα είχα την δύναμιν να εμποδίσω τον Θεόν, να δεχθή εις το βάπτισμα και εις την σωτηρίαν τους εθνικούς;».
18 Όταν δε ήκουσαν αυτάς τας εξηγήσεις, ησύχασαν και ειρήνευσαν και εδόξαζαν τον Θεόν, λέγοντες· «Άρα λοιπόν απο αυτά βγαίνει το συμπέρασμα, ότι και εις τους εθνικούς έδωκε ο Θεός μετάνοιαν, διά να κερδήσουν και αυτοί την σωτηρίαν και την ζωήν».
19 Προηγουμένως οι Χριστιανοί, που είχαν διασκορπισθή, ένεκα του διωγμού εξ αιτίας του Στεφάνου, επέρασαν έως την Φοινίκην και την Κύπρον και την Αντιόχειαν και δεν εκήρυτταν τον λόγον του Θεού, παρά μόνον εις τους Ιουδαίους, επειδή δεν είχαν εννοήσει ακόμη ότι το Ευαγγέλιον προωρίζετο και διά τους εθνικούς.
20 Μερικοί δε απο αυτούς ήσαν Ιουδαίοι την καταγωγήν, γεννημένοι όμως εις την Κύπρον και την Κυρήνην της Λιβύης. Αυτοί, όταν ήλθαν εις την Αντιόχειαν, εδίδασκαν προς τους ελληνιστάς Εβραίους, κηρύττοντες το Ευαγγέλιον της σωτηρίας διά του Ιησού Χριστού.
21 Και το χέρι του Κυρίου ήτο μαζί των και έτσι με την θείαν δύναμιν πολύς αριθμός απο τους Ιουδαίους αυτούς ελληνιστάς επέστρεψε εις τον Κύριον.
22 Έφθασε δε εις τα αυτιά της Εκκλησίας των Ιεροσολύμων η πληροφορία αυτή διά την διάδοσιν του Ευαγγελίου και έστειλαν τον Βαρνάβαν να υπάγη έως την Αντιόχειαν.
23 Αυτός, όταν ήλθε και είδε την χάριν και την ευλογίαν αυτήν του Κυρίου, εχάρηκε πάρα πολύ, παρακαλούσε δε και παρακινούσε όλους αυτούς, που είχαν πιστεύσει, να μένουν με όλην τους την καρδιά πιστοί και αφωσιωμένοι εις τον Κύριον.
24 Εδοκίμασε δε αυτήν την πνευματικήν χαράν και αγαλλίασιν ο Βαρνάβας, διότι ήτο άνθρωπος αγαθός, γεμάτος Πνεύμα Άγιον και πίστιν. Απο την διδασκαλίαν δε και το παράδειγμα του Βαρνάβα προσετέθη πολύς λαός εις την Εκκλησίαν του Κυρίου.
25 Επήγε δε ο Βαρνάβας εις την Ταρσόν, διά να ζητήση τον Σαύλον ως βοηθόν του. Και αφού τον ευρήκε, τον έφερε εις την Αντιόχειαν.
26 Επί ένα δε ολόκληρον έτος οι δύο αυτοί Απόστολοι συμμετείχαν εις τας συγκεντρώσεις των πιστών της εκεί Εκκλησίας και εδίδασκαν πλήθος πολύ. Εκεί δε εις την Αντιόχειαν, διά πρώτην φοράν, ωνομάσθησαν οι μαθηταί του Χριστού, Χριστιανοί.
27 Κατά τας ημέρας δε αυτάς ήλθαν εις την Αντιόχειαν απο τα Ιεροσόλυμα μερικοί προφήται.
28 Ένας δε απο αυτούς, ονόματι Άγαβος, εσηκώθηκε και, φωτισμένος απο το Πνεύμα το Άγιον, προανήγγειλε ότι έμελλε να γίνη μεγάλη πείνα εις όλην την οικουμένην. Αυτή δε η πείνα έγινε πράγματι επί της αυτοκρατορίας του Κλαυδίου Καίσαρος.
29 Όλοι δε οι Χριστιανοί, ανάλογα έκαστος με τας οικονομικάς του δυνατότητας, απεφάσισαν να στείλουν βοηθήματα διά την εξυπηρέτησιν των αδελφών, που κατοικούσαν εις την Ιουδαίαν.
30 Αυτό πράγματι και το έκαμαν και έστειλαν με τον Βαρνάβαν και τον Σαύλον τας εισφοράς των προς τους πρεσβυτέρους της Εκκλησίας των Ιεροσολύμων.


ΠΡΑΞΕΙΣ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ - ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΒ’

• Μαρτυρικός θάνατος του Ιακώβου, 1-3.
• Σύλληψις και θαυμαστή αποφυλάκισις του Πέτρου, 4-19.
• Θάνατος του Ηρώδου, 20-25.


1 Κατά τον καιρόν εκείνον, ο βασιλεύς Ηρώδης Αγρίππας, άπλωσε τα χέρια και έπιασε μερικούς απο τους πιστούς της Εκκλησίας, διά να τους κακοποιήση.
2 Εξετέλεσε δε διά μαχαίρας τον απόστολον Ιάκωβον, αδελφόν του ευαγγελιστού Ιωάννου.
3 Και όταν είδε ότι αυτό ήτο ευχάριστον εις τους Ιουδαίους, απεφάσισε εν συνεχεία να συλλάβη και τον Πέτρον. Ήσαν δε τότε αι ημέραι των αζύμων, δηλαδή της εορτής του πάσχα.
4 Και αφού τον συνέλαβε, τον έβαλε εις την φυλακήν, παραδώσας αυτόν εις τέσσαρες τετράδες στρατιωτών να τον φρουρούν υπευθύνως, επειδή ήθελε έπειτα απο το πάσχα να τον δικάση ενώπιον του λαού.
5 Έτσι, λοιπόν, ο Πέτρος εφρουρείτο μέσα εις την φυλακήν. Απο όλην όμως την Εκκλησίαν εγίνετο συνεχώς μακρά και θερμή προσευχή δι’ αυτόν εις τον Θεόν.
6 Όταν δε επρόκειτο να τον φέρη ο Ηρώδης εις το δικαστήριον, την νύκτα εκείνην ο Πέτρος εκοιμάτο μεταξύ δύο στρατιωτών δεμένος μαζί με αυτούς με δύο αλυσίδες. Και επί πλέον φρουροί εμπρός εις την θύραν εφρουρούσαν την φυλακήν.
7 Και ιδού άγγελος Κυρίου έξαφνα εισήλθε και φώς έλαμψε εις το κελλί, όπου εκοιμάτο ο Πέτρος. Εκτύπησε την πλευράν του Πέτρου, τον εξύπνησε και του είπε· «Σήκω γρήγορα». Και έπεσαν οι αλυσίδες απο τα χέρια του.
8 Και είπεν ο άγγελος προς αυτόν· «Ζώσε τον χιτώνα σου και δέσε τα πέδιλά σου». Και ο Πέτρος έκαμε έτσι. Και του λέγει ο άγγελος· «Φόρεσε τώρα το ιμάτιόν σου και ακολούθησέ με».
9 Και εξελθών ο Πέτρος ακολουθούσε τον άγγελον και δεν είχεν ακόμη εννοήσει ότι ήτο πραγματικότης αυτό, που εγίνετο διά του αγγέλου. Ενόμιζε ότι βλέπει κάποιο όραμα.
10 Αφού δε επέρασαν την πρώτην και την δευτέραν φρουράν, ήλθαν εις την σιδερένιαν θύραν, που ωδηγούσε προς την πόλιν, η οποία και ανοίχθηκε δι’ αυτούς μόνη της. Αφού εβγήκαν, επέρασαν μαζί ένα δρόμον και αμέσως έφυγε απο αυτόν ο άγγελος.
11 Συνήλθε τότε ο Πέτρος και είπε· «Τώρα καταλαβαίνω καλά, ότι πράγματι έστειλε ο Κύριος τον άγγελόν του και με έβγαλε απο τα χέρια του Ηρώδου και με εγλίτωσε απο κάθε κακόν, που ο λαός των Ιουδαίων επερίμενε να μου γίνη».
12 Και αφού είδε πλέον καλά πού ευρίσκετο, ήλθε εις το σπίτι της Μαρίας της μητρός του Ιωάννου, ο οποίος ελέγετο και Μάρκος, όπου ήσαν συγκεντρωμένοι αρκετοί και προσηύχοντο.
13 Όταν δε εκτύπησε την αυλόπορταν, ήλθε μία νεαρά υπηρέτρια, ονόματι Ρόδη, να ερωτήση και να ακούση, ποιός ήτο.
14 Και επειδή εγνώρισε καλά την φωνήν του Πέτρου, απο την χαράν της δεν άνοιξε την εξώπορτα, αλλά έτρεξε μέσα και τους επληροφόρησε ότι ο Πέτρος στέκεται εμπρός εις την εξώπορτα.
15 Εκείνοι δε της είπαν· «Έχεις παρακρούσεις, δεν είσαι στα καλά σου». Εκείνοι όμως επέμενε και τους διαβεβαίωνε ότι όπως είπε, έτσι είναι. Εκείνοι δε εις το τέλος είπαν ότι όχι ο Πέτρος, αλλά ο άγγελός του είναι.
16 Ο Πέτρος όμως επέμενε να κτυπά την θύραν. Και όταν επί τέλους ήνοιξαν, τον είδαν και έμειναν έκπληκτοι.
17 Αυτός δε, αφού με το χέρι του τους έκανε νόημα να σιωπήσουν, τους διηγήθηκε πώς ο Κύριος τον έβγαλε απο την φυλακήν και είπε· «Αναφέρατε εις τον Ιάκωβον και εις τους αδελφούς αυτά». Και αφού εβγήκε απο το σπίτι, έφυγε απο την πόλιν και επήγε εις άλλο μέρος.
18 Όταν δε έγινε ημέρα, μεγάλη ταραχή συνέβη μεταξύ των στρατιωτών, διά το τι άρα γε είχε γίνει ο Πέτρος.
19 Εν τω μεταξύ δε ο Ηρώδης τον εζήτησε και επειδή φυσικά δεν τον ευρήκε, υπέβαλεν εις ανάκρισιν τους φύλακας. Επειδή δε τους εθεώρησε υπευθύνους διά την αποφυλάκισιν του Πέτρου, διέταξε και τους ωδήγησαν εις τον τόπον της θανατικής των εκτελέσεως, (όπου και τους εξετέλεσαν. Υπεύθυνοι οι στρατιώται διά την τήρησιν των κρατουμένων, έπρεπε εν περιπτώσει δραπετεύσεως αυτών να υποστούν, κατά τον ρωμαϊκόν νόμον, την ποινήν, που θα υφίσταντο οι κρατούμενοι). Έπειτα δε απο αυτά κατέβηκε απο την Ιουδαίαν εις την Καισάρειαν, όπου και έμενε.
20 Συνέβη δε τότε να είναι ο Ηρώδης πολύ ωργισμένος εναντίον των κατοίκων Τύρου και Σιδώνος. Εκείνοι δε συνεφώνησαν και έστειλαν αντιπροσώπους των προς αυτόν. Και αφού κατώρθωσαν να πάρουν με το μέρος των τον Βλάστον, τον θαλαμηπόλον του βασιλέως, που επεριποιείτο τον κοιτώνα του, εζητούσαν ειρήνην και φιλίαν με τον Ηρώδην, διότι η χώρα των έπαιρνε τα τρόφιμά της απο την χώρα του βασιλέως Ηρώδου.
21 Εις ωρισμένην δε ημέραν ο Ηρώδης, αφού εφόρεσε λαμπράν βασιλικήν στολήν, εκάθησε εις τον θρόνον και ήρχισε να δημηγορή προς αυτούς και προς τον λαόν.
22 Ο ειδωλολατρικός δε λαός της Καισαρείας επεδοκίμαζε και εφώναζε· «Αυτή είναι η φωνή του Θεού και όχι ανθρώπου!».
23 Αμέσως όμως την ώραν εκείνην άγγελος Κυρίου εκτύπησε με φοβεράν νόσον τον Ηρώδην, διότι δεν έδωσε την δόξαν εις τον Θεόν, αλλά εις τον εαυτόν του, και μετά το κτύπημα αυτό σκώληκες έτρωγαν τας σάρκας του, έως ότου απέθανε.
24 Ο δε λόγος του Θεού προώδευε και οι πιστοί επληθύνοντο.
25 Ο Βαρνάβας δε και ο Σαύλος, αφού εξεπλήρωσαν την αποστολήν των και έφεραν τα βοηθήματα, επέστρεψαν απο την Ιερουσαλήμ εις την Αντιόχειαν, παραλαβόντες μαζί των και τον Ιωάννην, ο οποίος ελέγετο και Μάρκος.
Πᾶς οὖν ὅστις ὁμολογήσει ἐν ἐμοὶ ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων,
ὁμολογήσω κἀγὼ ἐν αὐτῷ ἔμπροσθεν τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς (Ματθ. ι’ 32)

Image
Image

ICXCNIKA

User avatar

Administrator

Posts: 6342

Joined: 14 Apr 2008, 11:30

Gender: Male

Post 29 May 2010, 19:15

Re: Πράξεις των Αποστόλων

ΠΡΑΞΕΙΣ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ - ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΓ’

• Βαρνάβας και Σαύλος εις Κύπρον, 1-5.
• Ελύμας ο μάγος, 6-12.
• Επιστροφή του Σεργίου Παύλου, Παύλος και Βαρνάβας εις Πέργην Παμφυλίας και Αντιόχειαν Πισιδίας, 13-43.
• Πολεμική των Ιουδαίων, 44-52.


1 Ήσαν δε εις την Αντιόχειαν, μέλη της εκεί Εκκλησίας, μερικοί προφήται και διδάσκαλοι και ο Βαρνάβας και ο Συμεών, που ελέγετο και Νίγερ, και Λούκιος ο Κυρηναίος και ο Μαναήν, ο οποίος είχε ανατραφή μαζί με τον τετράρχην Ηρώδην και ο Σαύλος.
2 Ενώ δε αυτοί προσέφεραν την λατρείαν των προς τον Κύριον και ενήστευαν, είπε το Πνεύμα το Άγιον· «Ξεχωρίστε μου αμέσως τον Βαρνάβαν και τον Σαύλον διά το έργον, διά το οποίον εγώ τους έχω προσκαλέσει».
3 Τότε, αφού και πάλιν ενήστευσαν και προσευχήθησαν, έβαλαν επάνω εις αυτούς τα χέρια των (διά να τους αναδείξουν επισήμως τρόπον τινά εκπροσώπους και πληρεξουσίους των) και τους έστειλαν εις το ειδικόν έργον, που τους είχε καλέσει ο Κύριος.
4 Αυτοί τότε, αφού έλαβαν την ειδικήν αυτήν αποστολήν απο το Άγιον Πνεύμα, κατέβηκαν εις την Σελεύκειαν και απο εκεί έπλευσαν εις την Κύπρον.
5 Και όταν έφθασαν εις την Σαλαμίνα της Κύπρου, εκήρυτταν τον λόγον του Θεού εις τας συναγωγάς των Ιουδαίων· είχον δε μαζί των και τον Ιωάννην, διά να τους υπηρετή.
6 Αφού δε επέρασαν όλην την νήσον μέχρι της Πάφου, ευρήκαν εκεί κάποιον μάγον ψευδοπροφήτην Ιουδαίον, του οποίου το όνομα ήτο Βαριησούς.
7 Αυτός ανήκε εις την ακολουθίαν του ανθυπάτου Σεργίου Παύλου, ο οποίος ήτο άνθρωπος συνετός. Αυτός επροσκάλεσε τον Βαρνάβαν και τον Σαύλον και εζήτησε να ακούση τον λόγον του Θεού.
8 Ανθίστατο όμως εις αυτούς ο Ελύμας ο μάγος -έτσι, με την λέξιν μάγος μεταφράζεται το όνομά του- ο οποίος προσπαθούσε με σοφίσματα να απομακρύνη τον ανθύπατον απο την πίστιν.
9 Ο Σαύλος δε, ο οποίος είχε και το ρωμαϊκόν όνομα Παύλος καθό Ρωμαίος πολίτης, αφού εγέμισε απο Πνεύμα Άγιον, εκύτταξε κατάματα τον μάγον
10 και του είπε· «Ω, υιέ του διαβόλου, που είσαι γεμάτος απο κάθε δολιότητα και κάθε ραδιουργίαν, εχθρέ κάθε δικαιοσύνης, δεν θα παύσης να διαστρέφης με τα σοφίσματα και τας πονηρίας σου τας ευθείας οδούς του Κυρίου;
11 Και τώρα, ιδού, το εκδικητικό χέρι του Κυρίου είναι επάνω σου και θα μείνης τυφλός μέχρις ωρισμένου καιρού μη βλέπων τον ήλιον». Και αμέσως έπεσε επάνω εις αυτόν κάτι σαν πυκνή ομίχλη και σκοτάδι, περιεφέρετο εδώ και εκεί και εζητούσε ανθρώπους, να τον οδηγούν απο το χέρι.
12 Τότε, όταν ο ανθύπατος είδε το καταπληκτικόν αυτό θαύμα, επίστευσε. Και καθώς ήκουε απο τους δύο Αποστόλους την διδασκαλίαν του Κυρίου, εξεπλήσσετο και εθαύμαζε δι’ αυτήν.
13 Αφού δε απέπλευσαν απο την Πάφον ο Παύλος και οι συνοδοί του, ήλθαν εις την Πέργην της Παμφυλίας. Ο Ιωάννης όμως απεχώρησε απο αυτούς και επέστρεψε εις Ιεροσόλυμα.
14 Αυτοί δε, αφού επέρασαν απο την περιοχήν της Πέργης, έφθασαν εις την Αντιόχειαν της Πισιδίας και κατά την ημέραν του Σαββάτου εισελθόντες εις την συναγωγήν εκάθησαν.
15 Μετά δε την ανάγνωσιν περικοπών απο τον νόμον και τους προφήτας, έστειλαν οι αρχισυνάγωγοι προς αυτούς τον υπηρέτην της συναγωγής και τους είπαν· «Άνδρες αδελφοί, εάν έχετε λόγον διδασκαλίας και παρηγορίας προς τον λαόν, λέγετε».
16 Αφού δε εσηκώθηκε ο Παύλος και με το χέρι του έκαμε σημείον, ότι ήθελε να ομιλήση, είπε· «Άνδρες Ισραηλίται και όσοι εθνικοί, που φοβείσθε τον Θεόν είσθε εδώ, ακούσατε.
17 Ο Θεός τούτου του ισραηλιτικού λαού εξέλεξε τους προγόνους μας και εξύψωσε και επλήθυνε τον λαόν, καθ’ ον χρόνον έμεινε εις την χώραν της Αιγύπτου και με την παντοδύναμον δεξιάν του τους έβγαλε ελευθέρους απο αυτήν.
18 Και επί σαράντα περίπου χρόνια υπέμεινε τας δυστροπίας των εις την έρημον.
19 Και αφού κατέλυσε επτά έθνη εις την χώραν της Χαναάν, έδωκε εις αυτούς κληρονομίαν την γην των εθνών αυτών.
20 Έπειτα δε απο αυτά, επί τετρακόσια πενήντα περίπου έτη, τους έδωσε Κριτάς, διά να τους κυβερνήσουν μέχρι της εποχής του Σαμουήλ του προφήτου.
21 Απο την εποχήν δε του Σαμουήλ εζήτησαν βασιλέα και τους έδωκεν ο Θεός τον Σαούλ, τον υιόν του Κις, που κατήγετο απο την φυλήν Βενιαμίν, και ο οποίος εβασίλευσε σαράντα έτη.
22 Και όταν, διά την ανυπακοήν και τας αμαρτίας του, τον έδιωξε ο Θεός, ανέδειξε εις αυτούς βασιλέα τον Δαυΐδ, διά τον οποίον και είπε αυτήν την μαρτυρίαν: Ευρήκα τον Δαυΐδ, τον υιόν του Ιεσσαί, άνθρωπον κατά την καρδίαν μου, ο οποίος θα εκτελέση όλα τα θελήματά μου.
23 Απο τους απογόνους δε τούτου ανέδειξε ο Θεός, σύμφωνα με την υπόσχεσίν του, τον Ιησούν Χριστόν Σωτήρα εις τον Ισραήλ.
24 Ολίγον δε χρόνον προηγουμένως πριν εισέλθη ο Ιησούς εις την δημοσίαν δράσιν του, εκήρυξε ο Ιωάννης βάπτισμα μετανοίας εις όλον τον λαόν του Ισραήλ.
25 Κατά τον καιρόν δε που ο Ιωάννης εξεπλήρωνε την αποστολήν του και ακολουθούσε τον δρόμον, που του είχεν ορίσει ο Θεός, έλεγε: Ποίον με νομίζετε ότι είμαι; Δεν είμαι εγώ ο Μεσσίας, αλλ’ ιδού, ύστερα απο εμέ έρχεται εκείνος, του οποίου εγώ δεν είμαι άξιος να λύσω το υπόδημα των ποδών.
26 Άνδρες αδελφοί, παιδιά του γένους Αβραάμ, και σεις οι εθνικοί, που φοβείσθε τον Θεόν, ακούσατε τούτο· προς σας απευθύνεται το κήρυγμα αυτής της σωτηρίας.
27 Διότι οι κάτοικοι της Ιερουσαλήμ και οι άρχοντές των παρεγνώρισαν τούτον, τον Ιησούν, όπως επίσης και τας φωνάς των προφητών, που αναγινώσκονται και ακούονται κάθε Σάββατον εις τας συναγωγάς, και τον κατεδίκασαν εις θάνατον, χωρίς να αντιληφθούν ότι έτσι επραγματοποίησαν τας προφητείας.
28 Και ενώ δεν ευρήκαν εις αυτόν καμμίαν ενοχήν, που να τιμωρήται με θάνατον, εζήτησαν απο τον Πιλάτον να θανατωθή αυτός.
29 Αφού δε με εκείνα τα οποία εν τη κακία των έπραξαν, εξεπλήρωσαν όλα όσα είχαν γραφή εις τους Προφήτας δι’ αυτόν, τον κατέβασαν απο το ξύλον του σταυρού και τον έβαλαν εις μνημείον.
30 Ο Θεός όμως τον ανέστησε εκ νεκρών.
31 Και αυτός παρουσιάσθηκε επί πολλάς ημέρας εις εκείνους, που είχαν ανεβή μαζί του απο την Γαλιλαίαν εις την Ιερουσαλήμ και οι οποίοι είναι αυτόπται μάρτυρες αυτού και της αναστάσεώς του προς τον λαόν.
32 Και ημείς σήμερον κηρύττομεν προς σας το χαρμόσυνον μήνυμα, ότι την υπόσχεσιν, που έδωσεν ο Θεός προς τους προγόνους μας, αυτήν την έχει εκπληρώσει τώρα εις τα τέκνα των, δηλαδή εις ημάς, αναστήσας τον Ιησούν εκ νεκρών.
33 Αυτά έγιναν σύμφωνα με όσα είναι γραμμένα εις τον δεύτερον ψαλμόν: Υιός μου είσαι συ, τον οποίον εγώ προαιωνίως εγέννησα εκ της ουσίας μου· και σήμερον, που διά της υπακοής σου και της σταυρικής σου θυσίας ενίκησες τον θάνατον, εβεβαίωσα εγώ διά της αναστάσεώς σου, ότι όντως έχεις γεννηθή απο εμέ.
34 Ότι δε ο Θεός τον ανέστησε, όχι όπως μερικούς άλλους νεκρούς της Παλαιάς Διαθήκης, οι οποίοι απέθανον πάλιν, αλλά διά να μη δοκιμάση ποτέ πλέον τον θάνατον και να μη επιστρέψη εις την φθοράν του τάφου, είχε προείπει ο ίδιος ο Θεός λέγων ότι θα δώσω εις σας τας ιεράς και αξιοπίστους πάντοτε υποσχέσεις μου, που είχα δώσει εις τον Δαυΐδ.
35 Δι’ αυτό και εις άλλον ψαλμόν με το στόμα του Δαυΐδ προφητεύει: Δεν θα επιτρέψης να ίδη την φθοράν και αποσύνθεσιν του θανάτου ο Μεσσίας, ο αφωσιωμένος εντελώς εις σε.
36 Η προφητεία αυτή δεν εξεπληρώθη εις τον Δαυΐδ, διότι ο Δαυΐδ, αφού υπηρέτησε τους ανθρώπους της εποχής του, σύμφωνα με την θέλησιν του Θεού, απέθανε και προσετέθη εις τους προγόνους του και είδε την αποσύνθεσιν του θανάτου.
37 Ο Ιησούς όμως, τον οποίον ο Θεός ανέστησε εκ νεκρών, δεν είδε αυτήν την φθοράν και αποσύνθεσιν.
38 Ας είναι λοιπόν γνωστόν εις σας, άνδρες αδελφοί, ότι σήμερον κηρύττεται προς σας άφεσις αμαρτιών διά του Ιησού Χριστού.
39 Και απο όλας τας παραβάσεις και τα αμαρτήματα που δεν ημπορέσατε να απαλλαγήτε και να δικαιωθήτε διά του μωσαϊκού νόμου, κάθε ένας που πιστεύει εις τον Ιησούν Χριστόν, παίρνει δι’ αυτού την άφεσιν και την δικαίωσιν.
40 Προσέχετε όμως, μήπως δείξετε απιστίαν και πέσει επάνω σας εκείνο, που έχει λεχθή εις τα βιβλία των Προφητών:
41 Ιδέτε σείς, που καταφρονείτε τον Θεόν και τα προστάγματά του. Θαυμάσατε και εξαφανισθήτε· διότι εγώ πραγματοποιώ εις τας ημέρας σας έργον τιμωρίας και καταστροφής, έργον το οποίον εάν κανείς εκ των προτέρων σας το διηγηθή, θα σας φανή τόσον παράδοξον, ώστε δεν θα το πιστεύσετε».
42 Όταν δε ο Παύλος και ο Βαρνάβας εβγήκαν απο την συναγωγήν των Ιουδαίων, οι εθνικοί που είχαν ακούσει το κήρυγμά του μέσα εις την συναγωγήν, τους παρακαλούσαν να κηρύξουν εις αυτούς πάλιν τα λόγια αυτά κατά το προσεχές Σάββατον.
43 Όταν δε έληξε η συγκέντρωσις της συναγωγής, πολλοί απο τους Ιουδαίους και τους προσηλύτους εθνικούς, που εσέβοντο τον Θεόν, ηκολούθησαν τον Παύλον και τον Βαρνάβαν, οι οποίοι και συνωμιλούσαν με απλότητα μαζί των και τους έπειθαν να μένουν πιστοί εις την χάριν που τους έδωκε ο Θεός.
44 Κατά το επόμενον δε Σάββατον, όλη σχεδόν η πόλις είχε συγκεντρωθή διά να ακούση τον λόγον του Θεού.
45 Οι Ιουδαίοι όμως, όταν είδαν τα πλήθη αυτά του λαού, κατελήφθησαν απο φθόνον και ζηλοτυπίαν και αντέλεγαν εις όσα εδίδασκε ο Παύλος, παρατάσσοντες ολονέν και νέας σοφιστικάς αντιλογίας, υβρίζοντες και βλασφημούντες τον Χριστόν και τους Αποστόλους.
46 Ο Παύλος όμως και ο Βαρνάβας ωμίλησαν με παρρησίαν και θάρρος και τους είπαν· «Εις σας, σύμφωνα με το θείον σχέδιον, ήτο ανάγκη να κηρυχθή πρώτον ο λόγος του Θεού. Επειδή όμως σείς τον αποκρούετε και δεν τον δέχεσθε και οι ίδιοι δεν κρίνετε αξίους τους εαυτούς σας διά την αιώνιον ζωήν, ιδού, στρεφόμεθα τώρα προς τα έθνη.
47 Διότι τέτοια εντολή μας έχει δώσει ο Κύριος. Διά του προφήτου Ησαΐου ομιλών προς τον Μεσσίαν είπε: Σε έχω θέσει φως των εθνών, διά να είσαι συ εις σωτηρίαν όλων ανεξαιρέτως των ανθρώπων έως τα πέρατα της γης».
48 Οι εθνικοί ακούοντες τα λόγια αυτά έχαιραν και εδέχθησαν τον λόγον του Κυρίου και επίστευσαν, όσοι, διά την καλήν των διάθεσιν, είχαν προορισθή απο τον Θεόν διά την αιώνιον ζωήν.
49 Διεδίδετο δε ο λόγος του Κυρίου εις όλην την χώραν.
50 Οι δε Ιουδαίοι εξηρέθισαν και παρεκίνησαν τας προσηλύτους γυναίκας, που εσέβοντο τον Θεόν, τας γυναίκας της αριστοκρατίας και τους πρώτους της πόλεως και εξήγειραν διωγμόν εναντίον του Παύλου και του Βαρνάβα και τους έβγαλαν έξω απο τα σύνορα της χώρας των.
51 Εκείνοι δε εις ένδειξιν διαμαρτυρίας εναντίον των, ετίναξαν την σκόνην των ποδών των και ήλθαν εις το Ικόνιον.
52 Οι Χριστιανοί όμως, που έμεναν εις την Αντιόχειαν και την περιοχήν εγέμιζαν ολονέν και με περισσοτέραν χαράν και Πνεύμα Άγιον.
Πᾶς οὖν ὅστις ὁμολογήσει ἐν ἐμοὶ ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων,
ὁμολογήσω κἀγὼ ἐν αὐτῷ ἔμπροσθεν τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς (Ματθ. ι’ 32)

Image
Image

ICXCNIKA

User avatar

Administrator

Posts: 6342

Joined: 14 Apr 2008, 11:30

Gender: Male

Post 08 Jun 2010, 22:09

Re: Πράξεις των Αποστόλων

ΠΡΑΞΕΙΣ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ - ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΔ’

• Παύλος και Βαρνάβας εις Ικόνιον, 1-7.
• Θαύμα εις Λύστρα και λιθοβολισμός Παύλου, 8-20.
• Επιστροφή εις Αντιόχειαν Συρίας, 21-28.


1 Συνέβη δε εις το Ικόνιον το ίδιο με εκείνο, που είχε συμβή εις την Αντιόχειαν· εισήλθαν δηλαδή ο Παύλος και ο Βαρνάβας εις την συναγωγήν των Ιουδαίων και ωμίλησαν με τόσην πολλήν δύναμιν και πειστικότητα, ώστε να πιστεύσουν πλήθος Ιουδαίοι και Έλληνες.
2 Οι Ιουδαίοι όμως, που επέμεναν εις την απιστίαν των, εξηρέθισαν και ανετάραξαν τας ψυχάς των εθνικών εναντίον των αδελφών Χριστιανών.
3 Παρ’ όλον όμως τούτο οι Απόστολοι, διότι το κήρυγμά των έφερνε πολλά αγαθά αποτελέσματα, έμειναν αρκετόν χρόνον εκεί. Εκήρυτταν δε αφόβως με το θάρρος, που τους έδιδε η πίστις των εις τον Κύριον, ο οποίος επεβεβαίωνε το κήρυγμά των περί της χάριτος αυτού και τους έδιδε την δύναμιν, ώστε με τα χέρια των να γίνωνται καταπληκτικά σημεία και θαύματα.
4 Διαιρέθηκε δε το πλήθος της πόλεως εις δύο παρατάξεις· και άλλοι μεν ήσαν με το μέρος των Ιουδαίων, άλλοι δε με το μέρος των Αποστόλων.
5 Επειδή δε έγινε πολύς ερεθισμός και εξέγερσις των απιστούντων εθνικών και Ιουδαίων μαζί με τους άρχοντάς των και επήραν την απόφασιν να υβρίσουν και να λιθοβολήσουν τους Αποστόλους,
6 εκατάλαβαν αυτοί τας κακάς εκείνων διαθέσεις και κατέφυγαν εις τας πόλεις της Λυκαονίας, την Λύστραν και την Δέρβην και εις τα περίχωρα.
7 Και εκεί εκήρυτταν το Ευαγγέλιον.
8 Εις τα Λύστρα εκάθητο κάποιος άνθρωπος, ο οποίος είχε αδύνατα πόδια, διότι ήτο χωλός απο την κοιλίαν της μητέρας του και δεν είχε ποτέ περιπατήσει.
9 Αυτός ήκουσε με προσοχήν και πίστιν τον Παύλον. Ο Παύλος, όταν τον παρετήρησε προσεκτικά και είδε ότι είχε πίστιν, διά να γίνη το θαύμα της θεραπείας του,
10 είπε με μεγάλην φωνήν· «Σήκω εις τα πόδια σου ορθός». Και αμέσως εκείνος επήδησε και εντελώς υγιής περιπατούσε.
11 Τα πλήθη δε του λαού, όταν είδαν το θαύμα αυτό, που έκαμε ο Παύλος, εσήκωσαν μεγάλην την φωνήν των λέγοντες εις την λυκαονικήν γλώσσαν των· «Οι θεοί επήραν μορφήν ανθρώπων και κατέβηκαν εις ημάς».
12 Ωνόμαζαν δε τον μεν Βαρνάβαν Δία, διά το παράστημα και την σοβαρότητά του, τον δε Παύλον Ερμήν, επειδή αυτός ήτο ο αρχηγός του λόγου.
13 Ο δε ιερεύς του Διός, του οποίου ο ναός ήτο κτισμένος εμπρός απο την πόλιν, έφερε ταύρους και στεφάνια κοντά εις τας μεγάλας θύρας του τείχους, όπου ευρίσκετο ο ναός, και ήθελε μαζί με το πλήθος του λαού να προσφέρη θυσίαν προς τιμήν των δύο Αποστόλων.
14 Οι δε Απόστολοι Βαρνάβας και Παύλος, όταν ήκουσαν αυτό, έσχισαν τα ιμάτιά των, διά να εκφράσουν έτσι την διαμαρτυρίαν και αγανάκτησίν των και ώρμησαν μέσα εις το πλήθος φωνάζοντες
15 και λέγοντες· «Άνθρωποι, διατί κάνετε όλα αυτά; Και ημείς είμεθα όμοιοι με σας άνθρωποι, έχοντες την ίδια ασθενή και αδύνατον ανθρωπίνην φύσιν. Κηρύττομεν δε εις σας, να αφήσετε αυτά τα ψευδή και μάταια περί θεών και θυσιών, που έως τώρα επιστεύατε, και να γυρίσετε εις τον Θεόν τον ζωντανόν και αληθινόν, ο οποίος έκαμε τον ουρανόν και την γην και την θάλασσαν και όλα όσα υπάρχουν εις αυτά.
16 Αυτός ο Θεός, εις τα περασμένας γενεάς, αφήκε τους εθνικούς να βαδίζουν τον δρόμον των, να ζουν και να συμπεριφέρωνται σύμφωνα με τας αμαρτωλάς διαθέσεις της καρδίας των,
17 μολονότι δεν αφήκε και μεταξύ αυτών ο Θεός τον εαυτόν του χωρίς μαρτυρίας, διά την ύπαρξίν του και τας τελειότητάς του, διότι και τότε σας ευεργετούσε, έστελλεν απο τον ουρανόν ωφελίμους βροχάς και καταλλήλους καιρούς διά πλουσίαν καρποφορίαν και σας έδιδεν άφθονον τροφήν και χαράν εις τας καρδίας σας».
18 Και με αυτά τα λόγια οι Απόστολοι μόλις και μετά βίας εσταμάτησαν τους όχλους, να μη προσφέρουν εις αυτούς τας θυσίας εκείνας.
19 Τότε όμως ήλθαν εις την Λύστραν απο την Αντιόχειαν και το Ικόνιον φανατικοί Ιουδαίοι, οι οποίοι έπεισαν τους όχλους και ελιθοβόλησαν τον Παύλον και τον έσυραν αναίσθητον έξω απο την πόλιν, επειδή ενόμισαν ότι είχε αποθάνει.
20 Όταν δε οι Χριστιανοί περιεκύκλωσαν με πόνον αυτόν, διά να τον κηδεύσουν, εσηκώθηκε ο Παύλος υγιής, με την δύναμιν του Θεού, και εισήλθε εις την πόλιν. Την επομένην δε έφυγε μαζί με τον Βαρνάβαν και ήλθε εις την Δέρβην.
21 Αφού δε εκήρυξαν και εις την πόλιν εκείνην το Ευαγγέλιον και εδίδαξαν πολλούς, επέστρεψαν εις την Λύστραν και το Ικόνιον και την Αντιόχειαν
22 στηρίζοντες περισσότερον τας ψυχάς των μαθητών, παρακαλούντες αυτούς να μένουν ακλόνητοι εις την πίστιν και λέγοντες ότι διά μέσου πολλών θλίψεων θα εισέλθωμεν εις την βασιλείαν των ουρανών.
23 Αφού δε εχειροτόνησαν δι’ αυτούς πρεσβυτέρους εις κάθε Εκκλησίαν και προσηυχήθησαν με νηστείας, ενεπιστεύθησαν αυτούς εις τον Κύριον, εις τον οποίον είχαν πιστεύσει.
24 Και αφού περιώδευσαν την χώραν της Πισιδίας, ήλθαν εις την Παμφυλίαν.
25 Αφού δε και εις την Πέργην εκήρυξαν τον λόγον του Θεού, κατέβηκαν εις την παράλιον πόλιν Αττάλειαν.
26 Απο εκεί έπλευσαν εις την Αντιόχειαν, εις την πόλιν όπου οι αδελφοί τους είχαν παραδώσει εις την χάριν του Θεού διά το έργον του ευαγγελισμού, το οποίον και έφεραν εις πέρας.
27 Όταν λοιπόν ήλθαν, συνεκέντρωσαν τους πιστούς της Εκκλησίας και εγνωστοποίησαν εις αυτούς όσα ο Θεός, χρησιμοποιών αυτούς ως συνεργούς του, έκαμε και ότι ήνοιξε εις τους εθνικούς την θύραν της πίστεως και της σωτηρίας.
28 Έμειναν δε εκεί μαζί με τους άλλους Χριστιανούς αρκετόν χρόνον.
Πᾶς οὖν ὅστις ὁμολογήσει ἐν ἐμοὶ ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων,
ὁμολογήσω κἀγὼ ἐν αὐτῷ ἔμπροσθεν τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς (Ματθ. ι’ 32)

Image
Image

ICXCNIKA

User avatar

Administrator

Posts: 6342

Joined: 14 Apr 2008, 11:30

Gender: Male

Post 12 Jun 2010, 16:39

Re: Πράξεις των Αποστόλων

ΠΡΑΞΕΙΣ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ - ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΕ’

• Η σύνοδος εις Ιεροσόλυμα, 1-12.
• Απόφασις της συνόδου, 13-34.
• Χωρισμός Βαρνάβα απο τον Παύλον, 35-41.


1 Τότε κατέβηκαν μερικοί απο την Ιουδαίαν εις την Αντιόχειαν και εδίδασκαν τους εθνικούς Χριστιανούς, ότι «εάν δεν περιτέμνεσθε, σύμφωνα με το έθιμον, το οποίον και ο Μωϋσής ενομοθέτησε, δεν είναι δυνατόν να σωθήτε».
2 Επειδή λοιπόν έγινε φιλονικία και μεγάλη συζήτησις του Παύλου και του Βαρνάβα προς αυτούς, ώρισαν οι αδελφοί της Αντιοχείας να ανεβούν ο Παύλος και ο Βαρνάβας και μερικοί άλλοι απο αυτούς εις τα Ιεροσόλυμα προς τους Αποστόλους και τους πρεσβυτέρους, διά να θέσουν και λύσουν οριστικώς το ζήτημα αυτό.
3 Αυτοί λοιπόν κατευοδωθέντες απο τα μέλη της Εκκλησίας, επερνούσαν την περιοχήν της Φοινίκης και της Σαμαρείας, διηγούμενοι την επιστροφήν των εθνικών εις τον Χριστόν και επροκαλούσαν έτσι χαράν μεγάλην εις όλους τους αδελφούς.
4 Όταν δε έφθασαν εις την Ιερουσαλήμ, τους υπεδέχθησαν τα μέλη της Εκκλησίας και οι Απόστολοι και οι πρεσβύτεροι. Και αυτοί εγνωστοποίησαν όσα ο Θεός έκαμε μαζί των και ότι ήνοιξε εις τους εθνικούς την θύραν της πίστεως και της σωτηρίας.
5 Εσηκώθηκαν όμως μερικοί, οι οποίοι προήρχοντο απο την τάξιν των Φαρισαίων αλλά είχαν πιστεύσει εις τον Χριστόν, και έλεγαν, ότι πρέπει να περιτέμνουν τους εθνικούς, που δέχονται την νέαν πίστιν, και να τους παραγγέλλουν να τηρούν όλας τας διατάξεις του μωσαϊκού νόμου.
6 Συνεκεντρώθησαν λοιπόν οι Απόστολοι και οι πρεσβύτεροι, διά να ιδούν και συσκεφθούν επάνω εις αυτό το ζήτημα.
7 Αφού δε έγινε πολλή συζήτησις, εσηκώθηκε ο Πέτρος και είπε εις αυτούς· «Άνδρες αδελφοί, σείς γνωρίζετε ότι εδώ και αρκετά χρόνια ο Θεός εδιάλεξε μεταξύ των Αποστόλων εμέ, διά να ακούσουν οι εθνικοί απο το στόμα μου τα λόγια του Ευαγγελίου και να πιστεύσουν (εννοώ τον Κορνήλιον και την ομάδα του).
8 Και ο Θεός, που γνωρίζει τας καρδίας των ανθρώπων, έδωκε μαρτυρίαν υπέρ αυτών, ότι ημπορούν να πιστεύσουν και να σωθούν, διότι μετέδωσε εις αυτούς τότε το Πνεύμα το Άγιον, όπως και εις ημάς.
9 Και δεν έκαμε καμμίαν απολύτως διάκρισιν μεταξύ ημών, που είμεθα περιτμημένοι και εκείνων, που ήσαν απερίτμητοι, καθαρίσας και αγιάσας τας καρδίας αυτών με μόνην την πίστιν εις τον Χριστόν.
10 Τώρα λοιπόν, ύστερα απο αυτό το ολοφάνερο γεγονός, διατί προκαλείτε τον Θεόν να κάμη κάτι διαφορετικόν απο ό,τι προηγουμένως είχε πράξει, να επιβάλη δηλαδή ζυγόν εις τον τράχηλον των εθνικών Χριστιανών, τον οποίον ζυγόν ούτε οι πατέρες μας ούτε ημείς ημπορέσαμεν να βαστάσωμεν;
11 Αλλά πιστεύομεν ότι και ημείς οι Ιουδαίοι θα σωθώμεν όχι με τας τυπικάς διατάξεις του Νόμου, αλλά με την χάριν του Θεού, όπως και εκείνοι».
12 Έμεινε δε άφωνον όλο εκείνο το πλήθος των πιστών και ήκουον με προσοχήν τον Βαρνάβαν και τον Παύλον, οι οποίοι διηγούντο όσα καταπληκτικά θαύματα και σημεία, εις επικύρωσιν του κηρύγματος, έκαμε ο Θεός διά μέσου αυτών εις τους εθνικούς.
13 Αφού δε και αυτοί έπαυσαν να ομιλούν, απήντησε ο Ιάκωβος προς τους αντιλέγοντας Ιουδαίους και είπε· «Άνδρες αδελφοί, ακούστε με με προσοχήν.
14 Ο Συμεών, δηλαδή ο Πέτρος, σας διηγήθηκε και σας έδωκε εξηγήσεις, πώς πρώτην φοράν ο Θεός επεσκέφθη με την χάριν του τα ειδωλολατρικά έθνη, ώστε να αποκτήση απο αυτά πιστόν λαόν εν τω ονόματί του.
15 Και με το γεγονός αυτό συμφωνούν και οι λόγοι των Προφητών, όπως έχει γραφή και απο τον προφήτην Αμώς:
16 Έπειτα απο αυτά, λέγει ο Θεός, ύστερα δηλαδή απο την έλευσιν του Μεσσίου, θα επιστρέψω και θα ανοικοδομήσω τον κρημνισμένον οίκον και τον βασιλικόν θρόνον του Δαυΐδ και τα ερείπια αυτών θα τα ξανακτίσω και θα ανορθώσω την βασιλείαν του με την πνευματικήν βασιλείαν του Χριστού.
17 Και τούτο, διά να ζητήσουν τον Κύριον, όχι μόνον οι Ιουδαίοι, αλλά και οι υπόλοιποι εκ των ανθρώπων και όλοι οι εθνικοί, εις τους οποίους θα έχη δοθή ως όνομα το όνομά μου, διά να είναι ιδικοί μου, λέγει ο Κύριος, ο οποίος κάμνει όλα αυτά.
18 Είναι δε εις τον Θεόν προαιωνίως γνωστά όλα αυτά τα έργα του.
19 Διά τούτο εγώ κρίνω να μην ενοχλούμεν και να μη φορτώνωμεν με τας διατάξεις του μωσαϊκού νόμου τους εθνικούς, οι οποίοι επιστρέφουν με πίστιν εις τον Θεόν.
20 Αλλά κρίνω μόνον να στείλωμε εις αυτούς γραπτόν μήνυμα να απέχουν απο τους μολυσμούς των ειδώλων, απο την πορνείαν και να μη τρώγουν πνιγμένον ζώον και να μη πίνουν αίμα.
21 Πρέπει δε να απαγορεύσωμεν εκτός της πορνείας και τα ειδωλόθυτα και το κρέας του πνικτού ζώου και το αίμα, διότι ο Μωϋσής απο αρχαίας γενεάς έχει εις κάθε πόλιν ραββίνους, που τον κηρύττουν εις τας συναγωγάς, αφού κάθε Σάββατον διαβάζονται περικοπαί απο τον Νόμον του».
22 Τότε εφάνηκε ορθόν εις τους Αποστόλους και τους πρεσβυτέρους μαζί με όλην την Εκκλησίαν, αφού εκλέξουν άνδρας εκ των Χριστιανών της Ιερουσαλήμ, να τους στείλουν εις την Αντιόχειαν μαζί με τον Παύλον και τον Βαρνάβαν· εξέλεξαν δε τον Ιούδαν, που ελέγετο και Βαρσαββάς και τον Σίλαν άνδρας, οι οποίοι κατείχαν ηγετικάς θέσεις μεταξύ των αδελφών.
23 Έγραψαν δε επιστολήν με το εξής περιεχόμενον, την οποίαν έστειλαν με τους δύο αυτούς αντιπροσώπους: «Οι Απόστολοι και οι πρεσβύτεροι και οι Χριστιανοί των Ιεροσολύμων χαιρετίζουν τους αδελφούς, που προέρχονται απο τα έθνη και κατοικούν εις την Αντιόχειαν, την Συρίαν και την Κιλικίαν.
24 Επειδή ηκούσαμεν ότι μερικοί, οι οποίοι προέρχονται απο ημάς τους εξ Ιουδαίων Χριστιανούς και εις τους οποίους ημείς δεν εδώσαμεν καμμίαν σχετικήν εντολήν, σας ετάραξαν και με αστηρίκτους λόγους κλονίζουν τας ψυχάς σας, διδάσκοντες να περιτέμνεσθε και να τηρήτε τον Νόμον του Μωϋσέως,
25 μας εφάνη καλόν και ορθόν και ελάβομεν ομόφωνον απόφασιν, αφού εκλέξωμεν σοβαρούς και πιστούς άνδρας ως αντιπροσώπους μας, να τους στείλωμεν προς σας μαζί με τους αγαπητούς μας Βαρνάβαν και Παύλον,
26 ανθρώπους οι οποίοι έχουν παραδώσει και εκθέσει την ζωήν των εις κίνδυνον διά το όνομα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού.
27 Λοιπόν μαζί με αυτούς εστείλαμεν τον Ιούδαν και τον Σίλαν, οι οποίοι θα σας πουν και προφορικώς τα ίδια, που είναι γραμμένα και εις την επιστολήν μας.
28 Εκρίθη και απεφασίσθη ως ορθόν και αληθές απο το Άγιον Πνεύμα και ημάς, να μη σας επιβάλωμεν κανένα άλλο βάρος, πλην απο αυτά, που είναι απαραίτητα και αναγκαία.
29 Δηλαδή, να απέχετε απο τα ειδωλόθυτα και απο το αίμα και απο το πνικτόν και απο την πορνείαν. Απο αυτά εάν φυλάττετε τους εαυτούς σας καθαρούς, θα προοδεύσετε εις την ειρηνικήν κατά Χριστόν ζωήν. Χαίρετε».
30 Αυτοί λοιπόν κατευοδωθέντες με τας ευχάς της Εκκλησίας ήλθαν εις την Αντιόχειαν, εμάζεψαν το πλήθος των Χριστιανών και παρέδωκαν την επιστολήν.
31 Όταν δε οι Χριστιανοί την ανέγνωσαν, εχάρησαν διά την ειρήνην και την ενίσχυσιν, που τους έδωκε.
32 Και ο Ιούδας και ο Σίλας, οι οποίοι ήσαν προφήται και αυτοί, με πολλούς λόγους παρηγόρησαν, καθήσυχασαν και εστήριξαν εις την ορθήν πίστιν τους αδελφούς.
33 Αφού δε έμειναν αρκετόν χρόνον εκεί, κατευωδώθησαν με ευχάς ειρηνικάς απο τους αδελφούς της Αντιοχείας διά τα Ιεροσόλυμα.
34 Εις τον Σίλαν όμως εφάνη προτιμότερον να παραμείνη εκεί.
35 Ο δε Παύλος και ο Βαρνάβας παρέμεναν εις την Αντιόχειαν διδάσκοντες και κηρύττοντες το Ευαγγέλιον του Κυρίου μαζί και με πολλούς άλλους κήρυκας.
36 Έπειτα δε απο μερικάς ημέρας είπε ο Παύλος προς τον Βαρνάβαν· «Λοιπόν τώρα, ας επανέλθωμεν και ας επισκεφθώμεν τους αδελφούς μας εις όλας εκείνας τας πόλεις, εις τας οποίας κατά την προηγουμένην περιοδείαν μας εκηρύξαμεν τον λόγον του Κυρίου, και ας ίδωμεν εις ποίαν κατάστασιν ευρίσκονται ως προς την πίστιν και την αρετήν».
37 Ο Βαρνάβας δε εσκέφθηκε και ηθέλησε να πάρη μαζί του τον Ιωάννην, που ελέγετο Μάρκος.
38 Ο Παύλος όμως έκρινε ορθόν, να μη πάρουν μαζί των εκείνον, που τους είχε εγκαταλείψει απο την Παμφυλίαν και δεν επήγε μαζί των εις το έργον της ιεραποστολής.
39 Έγινε δε τότε ζωηρά διαφωνία και φιλονικία, ώστε οι δύο Απόστολοι να χωρίσουν ο ένας απο τον άλλον και ο Βαρνάβας μαζί με τον Μάρκον να πλεύσουν εις την Κύπρον.
40 Ο Παύλος όμως, αφού εξέλεξε ως συνοδόν του τον Σίλαν, ανεχώρησε απο την Αντιόχειαν με τας ευχάς των αδελφών, οι οποίοι τον παρέδωσαν και τον ενεπιστεύθησαν εις την χάριν του Θεού.
41 Περιώδευε δε την Συρίαν και την Κιλικίαν στηρίζων εις την κατά Χριστόν πίστιν και ζωήν τους Χριστιανούς των κατά τόπους Εκκλησιών.
Πᾶς οὖν ὅστις ὁμολογήσει ἐν ἐμοὶ ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων,
ὁμολογήσω κἀγὼ ἐν αὐτῷ ἔμπροσθεν τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς (Ματθ. ι’ 32)

Image
Image
Next

Return to Απόδοση Ι. Κολιτσάρα [Υπό ανάπτυξη]

Who is online

Users browsing this forum: No registered users and 1 guest


Powered by phpBB © 2000, 2002, 2005, 2007 phpBB Group.
Designed by Vjacheslav Trushkin for MyphpBB.net/Yinz!.