17 May 2010, 16:28
ΠΡΑΞΕΙΣ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ - ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΑ’
• Ο Πέτρος διηγείται τα της επιστροφής του Κορνηλίου, 1-21.
• Βαρνάβας και Σαύλος εις Αντιόχειαν, 22-30.
1 Επληροφορήθησαν δε οι Απόστολοι και οι αδελφοί, που ήσαν εις την περιοχήν της Ιουδαίας, ότι και οι εθνικοί εδέχθησαν τον λόγον του Θεού και εβαπτίσθησαν.
2 Και όταν ανέβηκε ο Πέτρος εις τα Ιεροσόλυμα, οι εκ περιτομής Χριστιανοί τον απέφευγαν
3 και του απηύθυναν παρατηρήσεις λέγοντες ότι· «Εισήλθες εις το σπίτι ανθρώπων, που δεν είχαν περιτμηθή, και έφαγες μαζί των, χωρίς να λάβης υπ’ όψιν σου τας απαγορεύσεις του μωσαϊκού νόμου».
4 Ήρχισε τότε ο Πέτρος να εκθέτη με την σειράν τα γεγονότα λέγων·
5 «Εγώ προσηυχόμην εις την Ιόππην και εις στιγμήν εκστάσεως είδα ένα όραμα· είδα, δηλαδή, ένα σκεύος, σαν μεγάλο σινδόνι, να κρατήται απο τα τέσσερα άκρα και να κατεβαίνη σιγά-σιγά απο τον ουρανόν, έως ότου ήλθε εκεί, που ήμουν εγώ.
6 Εις αυτό το σινδόνι, αφού εκύτταξα με προσοχήν, αντελήφθην πολύ καλά και ολοκάθαρα είδα τα τετράποδα της γης και τα θηρία και τα ερπετά και τα πτηνά του ουρανού.
7 Ήκουσα δε φωνήν, η οποία μου έλεγε· «Πέτρε, σήκω, σφάξε και φάγε».
8 Εγώ δε είπα· «Κατά κανένα τρόπον, Κύριε, δεν θα κάμω εγώ αυτό· διότι ποτέ δεν εμπήκε εις το στόμα μου κάτι το μολυσμένον ή ακάθαρτον».
9 Μου απήντησε δε διά δευτέραν φοράν η φωνή εκ του ουρανού· «Αυτά, που ο Θεός εκαθάρισε, συ μη τα θεωρείς μολυσμένα».
10 Αυτό επανελήφθη τρείς φορές. Και πάλιν όλα ανεσύρθησαν εις τον ουρανόν.
11 Και ιδού, εκείνην ακριβώς την στιγμήν εστάθησαν απέξω απο το σπίτι, όπου ευρισκόμουνα, άνθρωποι απο την Καισάρειαν, σταλμένοι εις εμέ.
12 Μου είπε δε το Πνεύμα να έλθω μαζί τους, χωρίς κανένα δισταγμόν. Ήλθαν δε μαζί μου εις την Καισάρειαν και οι εξ αυτοί αδελφοί και εισήλθαμε μαζί εις το σπίτι του ανθρώπου, που μας είχε καλέσει.
13 Αυτός διηγήθηκε λεπτομερώς εις ημάς πως είδε τον άγγελον εις το σπίτι του, που εστάθηκε εμπρός του και ο οποίος του είπε: Στείλε εις την Ιόππην ανθρώπους και κάλεσε εδώ τον Σίμωνα, που λέγεται και Πέτρος.
14 Αυτός θα λαλήση προς σε λόγια Θεού, διά των οποίων, εάν τα πιστεύσης και τα παραδεχθής, θα εύρης την σωτηρίαν συ και όλοι όσοι είναι εις το σπίτι σου.
15 Όταν δε εγώ ήρχισα να ομιλώ, ξεχύθηκε το Πνεύμα το Άγιον εις αυτούς, όπως ακριβώς και εις ημάς εις την αρχήν, κατά την ημέραν της Πεντηκοστής.
16 Εθυμήθηκα τότε τα λόγια του Κυρίου, που έλεγε: Ο Ιωάννης μεν εβάπτιζε τους ανθρώπους με νερό, σείς όμως θα βαπτισθήτε με Πνεύμα Άγιον.
17 Εάν λοιπόν ο Θεός έδωκε εις αυτούς την ίδιαν δωρεάν, τα ίδια χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος, όπως και εις ημάς, επειδή και εκείνοι και ημείς επιστεύσαμεν εις τον Κύριον Ιησούν Χριστόν, ποιός ήμουν εγώ, που θα είχα την δύναμιν να εμποδίσω τον Θεόν, να δεχθή εις το βάπτισμα και εις την σωτηρίαν τους εθνικούς;».
18 Όταν δε ήκουσαν αυτάς τας εξηγήσεις, ησύχασαν και ειρήνευσαν και εδόξαζαν τον Θεόν, λέγοντες· «Άρα λοιπόν απο αυτά βγαίνει το συμπέρασμα, ότι και εις τους εθνικούς έδωκε ο Θεός μετάνοιαν, διά να κερδήσουν και αυτοί την σωτηρίαν και την ζωήν».
19 Προηγουμένως οι Χριστιανοί, που είχαν διασκορπισθή, ένεκα του διωγμού εξ αιτίας του Στεφάνου, επέρασαν έως την Φοινίκην και την Κύπρον και την Αντιόχειαν και δεν εκήρυτταν τον λόγον του Θεού, παρά μόνον εις τους Ιουδαίους, επειδή δεν είχαν εννοήσει ακόμη ότι το Ευαγγέλιον προωρίζετο και διά τους εθνικούς.
20 Μερικοί δε απο αυτούς ήσαν Ιουδαίοι την καταγωγήν, γεννημένοι όμως εις την Κύπρον και την Κυρήνην της Λιβύης. Αυτοί, όταν ήλθαν εις την Αντιόχειαν, εδίδασκαν προς τους ελληνιστάς Εβραίους, κηρύττοντες το Ευαγγέλιον της σωτηρίας διά του Ιησού Χριστού.
21 Και το χέρι του Κυρίου ήτο μαζί των και έτσι με την θείαν δύναμιν πολύς αριθμός απο τους Ιουδαίους αυτούς ελληνιστάς επέστρεψε εις τον Κύριον.
22 Έφθασε δε εις τα αυτιά της Εκκλησίας των Ιεροσολύμων η πληροφορία αυτή διά την διάδοσιν του Ευαγγελίου και έστειλαν τον Βαρνάβαν να υπάγη έως την Αντιόχειαν.
23 Αυτός, όταν ήλθε και είδε την χάριν και την ευλογίαν αυτήν του Κυρίου, εχάρηκε πάρα πολύ, παρακαλούσε δε και παρακινούσε όλους αυτούς, που είχαν πιστεύσει, να μένουν με όλην τους την καρδιά πιστοί και αφωσιωμένοι εις τον Κύριον.
24 Εδοκίμασε δε αυτήν την πνευματικήν χαράν και αγαλλίασιν ο Βαρνάβας, διότι ήτο άνθρωπος αγαθός, γεμάτος Πνεύμα Άγιον και πίστιν. Απο την διδασκαλίαν δε και το παράδειγμα του Βαρνάβα προσετέθη πολύς λαός εις την Εκκλησίαν του Κυρίου.
25 Επήγε δε ο Βαρνάβας εις την Ταρσόν, διά να ζητήση τον Σαύλον ως βοηθόν του. Και αφού τον ευρήκε, τον έφερε εις την Αντιόχειαν.
26 Επί ένα δε ολόκληρον έτος οι δύο αυτοί Απόστολοι συμμετείχαν εις τας συγκεντρώσεις των πιστών της εκεί Εκκλησίας και εδίδασκαν πλήθος πολύ. Εκεί δε εις την Αντιόχειαν, διά πρώτην φοράν, ωνομάσθησαν οι μαθηταί του Χριστού, Χριστιανοί.
27 Κατά τας ημέρας δε αυτάς ήλθαν εις την Αντιόχειαν απο τα Ιεροσόλυμα μερικοί προφήται.
28 Ένας δε απο αυτούς, ονόματι Άγαβος, εσηκώθηκε και, φωτισμένος απο το Πνεύμα το Άγιον, προανήγγειλε ότι έμελλε να γίνη μεγάλη πείνα εις όλην την οικουμένην. Αυτή δε η πείνα έγινε πράγματι επί της αυτοκρατορίας του Κλαυδίου Καίσαρος.
29 Όλοι δε οι Χριστιανοί, ανάλογα έκαστος με τας οικονομικάς του δυνατότητας, απεφάσισαν να στείλουν βοηθήματα διά την εξυπηρέτησιν των αδελφών, που κατοικούσαν εις την Ιουδαίαν.
30 Αυτό πράγματι και το έκαμαν και έστειλαν με τον Βαρνάβαν και τον Σαύλον τας εισφοράς των προς τους πρεσβυτέρους της Εκκλησίας των Ιεροσολύμων.
ΠΡΑΞΕΙΣ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ - ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΒ’
• Μαρτυρικός θάνατος του Ιακώβου, 1-3.
• Σύλληψις και θαυμαστή αποφυλάκισις του Πέτρου, 4-19.
• Θάνατος του Ηρώδου, 20-25.
1 Κατά τον καιρόν εκείνον, ο βασιλεύς Ηρώδης Αγρίππας, άπλωσε τα χέρια και έπιασε μερικούς απο τους πιστούς της Εκκλησίας, διά να τους κακοποιήση.
2 Εξετέλεσε δε διά μαχαίρας τον απόστολον Ιάκωβον, αδελφόν του ευαγγελιστού Ιωάννου.
3 Και όταν είδε ότι αυτό ήτο ευχάριστον εις τους Ιουδαίους, απεφάσισε εν συνεχεία να συλλάβη και τον Πέτρον. Ήσαν δε τότε αι ημέραι των αζύμων, δηλαδή της εορτής του πάσχα.
4 Και αφού τον συνέλαβε, τον έβαλε εις την φυλακήν, παραδώσας αυτόν εις τέσσαρες τετράδες στρατιωτών να τον φρουρούν υπευθύνως, επειδή ήθελε έπειτα απο το πάσχα να τον δικάση ενώπιον του λαού.
5 Έτσι, λοιπόν, ο Πέτρος εφρουρείτο μέσα εις την φυλακήν. Απο όλην όμως την Εκκλησίαν εγίνετο συνεχώς μακρά και θερμή προσευχή δι’ αυτόν εις τον Θεόν.
6 Όταν δε επρόκειτο να τον φέρη ο Ηρώδης εις το δικαστήριον, την νύκτα εκείνην ο Πέτρος εκοιμάτο μεταξύ δύο στρατιωτών δεμένος μαζί με αυτούς με δύο αλυσίδες. Και επί πλέον φρουροί εμπρός εις την θύραν εφρουρούσαν την φυλακήν.
7 Και ιδού άγγελος Κυρίου έξαφνα εισήλθε και φώς έλαμψε εις το κελλί, όπου εκοιμάτο ο Πέτρος. Εκτύπησε την πλευράν του Πέτρου, τον εξύπνησε και του είπε· «Σήκω γρήγορα». Και έπεσαν οι αλυσίδες απο τα χέρια του.
8 Και είπεν ο άγγελος προς αυτόν· «Ζώσε τον χιτώνα σου και δέσε τα πέδιλά σου». Και ο Πέτρος έκαμε έτσι. Και του λέγει ο άγγελος· «Φόρεσε τώρα το ιμάτιόν σου και ακολούθησέ με».
9 Και εξελθών ο Πέτρος ακολουθούσε τον άγγελον και δεν είχεν ακόμη εννοήσει ότι ήτο πραγματικότης αυτό, που εγίνετο διά του αγγέλου. Ενόμιζε ότι βλέπει κάποιο όραμα.
10 Αφού δε επέρασαν την πρώτην και την δευτέραν φρουράν, ήλθαν εις την σιδερένιαν θύραν, που ωδηγούσε προς την πόλιν, η οποία και ανοίχθηκε δι’ αυτούς μόνη της. Αφού εβγήκαν, επέρασαν μαζί ένα δρόμον και αμέσως έφυγε απο αυτόν ο άγγελος.
11 Συνήλθε τότε ο Πέτρος και είπε· «Τώρα καταλαβαίνω καλά, ότι πράγματι έστειλε ο Κύριος τον άγγελόν του και με έβγαλε απο τα χέρια του Ηρώδου και με εγλίτωσε απο κάθε κακόν, που ο λαός των Ιουδαίων επερίμενε να μου γίνη».
12 Και αφού είδε πλέον καλά πού ευρίσκετο, ήλθε εις το σπίτι της Μαρίας της μητρός του Ιωάννου, ο οποίος ελέγετο και Μάρκος, όπου ήσαν συγκεντρωμένοι αρκετοί και προσηύχοντο.
13 Όταν δε εκτύπησε την αυλόπορταν, ήλθε μία νεαρά υπηρέτρια, ονόματι Ρόδη, να ερωτήση και να ακούση, ποιός ήτο.
14 Και επειδή εγνώρισε καλά την φωνήν του Πέτρου, απο την χαράν της δεν άνοιξε την εξώπορτα, αλλά έτρεξε μέσα και τους επληροφόρησε ότι ο Πέτρος στέκεται εμπρός εις την εξώπορτα.
15 Εκείνοι δε της είπαν· «Έχεις παρακρούσεις, δεν είσαι στα καλά σου». Εκείνοι όμως επέμενε και τους διαβεβαίωνε ότι όπως είπε, έτσι είναι. Εκείνοι δε εις το τέλος είπαν ότι όχι ο Πέτρος, αλλά ο άγγελός του είναι.
16 Ο Πέτρος όμως επέμενε να κτυπά την θύραν. Και όταν επί τέλους ήνοιξαν, τον είδαν και έμειναν έκπληκτοι.
17 Αυτός δε, αφού με το χέρι του τους έκανε νόημα να σιωπήσουν, τους διηγήθηκε πώς ο Κύριος τον έβγαλε απο την φυλακήν και είπε· «Αναφέρατε εις τον Ιάκωβον και εις τους αδελφούς αυτά». Και αφού εβγήκε απο το σπίτι, έφυγε απο την πόλιν και επήγε εις άλλο μέρος.
18 Όταν δε έγινε ημέρα, μεγάλη ταραχή συνέβη μεταξύ των στρατιωτών, διά το τι άρα γε είχε γίνει ο Πέτρος.
19 Εν τω μεταξύ δε ο Ηρώδης τον εζήτησε και επειδή φυσικά δεν τον ευρήκε, υπέβαλεν εις ανάκρισιν τους φύλακας. Επειδή δε τους εθεώρησε υπευθύνους διά την αποφυλάκισιν του Πέτρου, διέταξε και τους ωδήγησαν εις τον τόπον της θανατικής των εκτελέσεως, (όπου και τους εξετέλεσαν. Υπεύθυνοι οι στρατιώται διά την τήρησιν των κρατουμένων, έπρεπε εν περιπτώσει δραπετεύσεως αυτών να υποστούν, κατά τον ρωμαϊκόν νόμον, την ποινήν, που θα υφίσταντο οι κρατούμενοι). Έπειτα δε απο αυτά κατέβηκε απο την Ιουδαίαν εις την Καισάρειαν, όπου και έμενε.
20 Συνέβη δε τότε να είναι ο Ηρώδης πολύ ωργισμένος εναντίον των κατοίκων Τύρου και Σιδώνος. Εκείνοι δε συνεφώνησαν και έστειλαν αντιπροσώπους των προς αυτόν. Και αφού κατώρθωσαν να πάρουν με το μέρος των τον Βλάστον, τον θαλαμηπόλον του βασιλέως, που επεριποιείτο τον κοιτώνα του, εζητούσαν ειρήνην και φιλίαν με τον Ηρώδην, διότι η χώρα των έπαιρνε τα τρόφιμά της απο την χώρα του βασιλέως Ηρώδου.
21 Εις ωρισμένην δε ημέραν ο Ηρώδης, αφού εφόρεσε λαμπράν βασιλικήν στολήν, εκάθησε εις τον θρόνον και ήρχισε να δημηγορή προς αυτούς και προς τον λαόν.
22 Ο ειδωλολατρικός δε λαός της Καισαρείας επεδοκίμαζε και εφώναζε· «Αυτή είναι η φωνή του Θεού και όχι ανθρώπου!».
23 Αμέσως όμως την ώραν εκείνην άγγελος Κυρίου εκτύπησε με φοβεράν νόσον τον Ηρώδην, διότι δεν έδωσε την δόξαν εις τον Θεόν, αλλά εις τον εαυτόν του, και μετά το κτύπημα αυτό σκώληκες έτρωγαν τας σάρκας του, έως ότου απέθανε.
24 Ο δε λόγος του Θεού προώδευε και οι πιστοί επληθύνοντο.
25 Ο Βαρνάβας δε και ο Σαύλος, αφού εξεπλήρωσαν την αποστολήν των και έφεραν τα βοηθήματα, επέστρεψαν απο την Ιερουσαλήμ εις την Αντιόχειαν, παραλαβόντες μαζί των και τον Ιωάννην, ο οποίος ελέγετο και Μάρκος.
Πᾶς οὖν ὅστις ὁμολογήσει ἐν ἐμοὶ ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων,
ὁμολογήσω κἀγὼ ἐν αὐτῷ ἔμπροσθεν τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς (Ματθ. ι’ 32)